νάντια – λένα διβάνη

«Ζεις;»
«Γιατί; Σου μοιάζω με πεθαμένη;»
Ο άντρας την κοίταξε προσεκτικά σαν να διάβαζε εφημερίδα. Από πάνω μέχρι κάτω. Με την ησυχία του. Ανενόχλητα.
«Μμμμμ» είπε στο τέλος, «λίγο…»
[Απόσπασμα απ’ το βιβλίο]

Πόσο εύκολα αλλάζει μια ζωή κανονισμένη από τα είκοσι δύο χρόνια; Και τι χρειάζεται κανείς για να αφήσει πίσω του αυτή τη ζωή για να ξεκινήσει μια καινούρια;

Αυτά τα δύο ερωτήματα βρίσκουν απάντηση, αφού πρώτα ξεκάθαρα τεθούν, στη νουβέλα της Λένας Διβάνη, «Νάντια». Μία νέα, ομώνυμη του τίτλου, είκοσι δύο μόλις χρόνων, με απόλυτα προγραμματισμένη ζωή, με μια οικογένεια που προσφέρει μόνο άγχος και μια δουλειά που χαρίζει μόνο κούραση, φτάνει στα όριά της και προσπαθεί να τα περάσει, να διαλύσει τη ζωή της εις στα εξ ων συνετέθη και να την αναπροσαρμόσει σύμφωνα τώρα πια με τις δικές της ανάγκες.

Η Νάντια είναι η ηρωίδα τής απόλυτης και αδιάλειπτης κατάφασης και, τελικά υποταγής, στους πάντες και στα πάντα. Έχει χάσει τον εαυτό της, την προσωπικότητά της, τις επιλογές της, την ίδια της τη ζωή, ώσπου φτάνει στο άκρο των αντοχών και παλεύει, μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας να σωθεί και να πάρει τη μοίρα στα χέρια της.

Δουλειά σε πολυκατάστημα καλλυντικών που την εξουθενώνει, ένας μνηστήρας που δεν έχει τι άλλο να της προσφέρει, μια μητέρα καταπιεστική, ένας πατέρας σχεδόν απαθής, ένας αδελφός αναίσθητος και μια παρέας από φίλες-συναδέλφους που ζουν κατά παρόμοιο τρόπο. Όλα αυτά συναποτελούν το παζλ που η Διβάνη δημιουργεί σε αυτήν τη νουβέλα της.

Οι σύγχρονες συνθήκες εργασίας και συμβίωσης, οι συναισθηματικοί περιορισμοί που απορρέουν από αυτές και η εγγενής αδυναμία χαρακτήρα της ηρωίδας είναι οι βασικοί υπό διαπραγμάτευση όροι του κειμένου. Μέχρι πότε όμως;

Έρχονται στιγμές στη ζωή των ανθρώπων που μόνο με το όνειρο και τις παραισθήσεις μπορούν να ζήσουν και να αντισταθούν σε ό,τι τους βασανίζει και τους κρατάει πίσω. Έτσι και η Νάντια: δημιούργησε έναν φανταστικό φίλο, έναν νοερό άνθρωπο ως το ιδανικό της alter ego, ως αυτό που θα ήθελε να είναι, αλλά δεν μπορεί. Κατά τα φαινόμενα, τελικά. Γιατί η Νάντια, φτάνοντας στα όρια της ψυχικής της δύναμης, τα ξεπερνά καταρρέοντας και, τελικά, αυτό είναι που τη βοηθά να αναγεννηθεί• να συλλέξει όλα τα κομμάτια της και όλες τις χαμένες της δυνάμεις και να ορίσει αυτή τώρα πια τον εαυτό της.

Η Λένα Διβάνη, γνωστή για την ακρίβεια, τη ροή και τον οξύνοια της γραφής της, δίνει ένα κείμενο, σύντομο ως νουβέλα που είναι, για το άγχος και την τρέλα, θα έλεγε κανείς, της εποχής μας, για το πώς οι άνθρωποι μπορούν να καταστραφούν, αλλά μέσα από αυτό να επανατοποθετηθούν έναντι του εαυτού τους και του περιβάλλοντός τους.

Σε όλο το κείμενο το ενδιαφέρον του αναγνώστη παραμένει αμείωτο, η συνύπαρξη μύθου, πραγματικού και ιδανικού παρουσιάζεται ολοκληρωμένα, καθώς η ιστορία οδεύει προς την ολοκλήρωση και τη μεγάλη αλλαγή.

Πολλές φορές, τα σύντομα κείμενα, οι νουβέλες εν προκειμένω, αφήνουν στον αναγνώστη μια αίσθηση του ανικανοποίητου, όχι απαραίτητα γιατί δεν είναι ολοκληρωμένα, αλλά γιατί –όταν είναι εξαιρετικά δοσμένα- θέλει ο αναγνώστης να συνεχιστεί λίγο ακόμα η ιστορία, μήπως και πειστεί για τη δική του ζωή.

Αυτό σκέφτηκα διαβάζοντας τη «Νάντια» τής Λένας Διβάνη, η οποία κατάφερε να μην αφήσει κανένα ερωτηματικό στο τέλος, τουλάχιστον για την προκείμενη ηρωίδα…

Όμως μέχρι πού μπορούν, άραγε, να φτάσουν οι καθημερινές μας βεβαιότητες;

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι] 

[Η Λένα Διβάνη γεννήθηκε στον Βόλο το 1955 και είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας Εξωτερικής Πολιτικής στη Νομική Σχολή Αθηνών. Πέραν των ιστορικών μελετών της, έχει δημοσιεύσει τη συλλογή διηγημάτων «Γιατί δε μιλάς για μένα;» για την οποία απέσπασε το βραβείο «Μαρία Ράλλη» για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, τρία μυθιστορήματα, «Οι γυναίκες της ζωής της», που έχει μεταφραστεί στα ισπανικά και τα ιταλικά και έχει μεταφερθεί στην τηλεόραση από την ΕΤ1, «Εργαζόμενο κορίτσι» και «Ενικός αριθμός», καθώς και τρία παιδικά βιβλία, «Η κόκκινη Λένα και ο παπαγάλος απ’ τον Άρη», «Η ντομάτα των Χριστουγέννων» και «Ο παπαγάλος ολυμπιονίκης». Το 2002 ανέβηκε το πρώτο της θεατρικό έργο με τίτλο «Η ωραία θυμωμένη». Είναι συνεργάτις της εφημερίδας «Τα Νέα» και μέλος της Εθνικής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα]

Advertisements

ΛΕΝΑ ΔΙΒΑΝΗ – και η παρέα του Μπρετόν

Πώς;
όπως σου κατέβει στο κεφάλι, προχωρώντας μπροστά, χωρίς πολλή σκέψη, η πολλή σκέψη είναι βαρίδι, σε κρατάει πίσω μέχρι να σαπίσει ο αρχικός έρωτας, η παρόρμηση. Με ενθουσιασμό λοιπόν, σαν να μην ξέρεις πως όλα τελειώνουν, αγνοώντας πανηγυρικά την ντροπή της εντροπίας, για να προλάβεις να χαρείς τα χαμόγελα πριν μεταλλαγούν σε μορφασμούς και τα χάδια πριν διαστραφούν σε χαστούκια.
Πάθος;
Φυσικά πάθος, αυτή την κλωτσιά στον νωθρό πισινό της ύπαρξής μας, αυτόν τον προδότη τιμάω. Γιατί προδότη; Γιατί όταν ρίχνει τον φακό πάνω σου δεν γίνεται να κρύψεις τίποτα. Και το μεγαλείο και την αθλιότητά σου. Το ένδυμα του πάθους είναι η γύμνια- κόκκινη ή μαύρη, του έρωτα ή του θανάτου.
Αλήθεια;
Μα δεν υπάρχει αλήθεια στ΄ αλήθεια. Αλήθεια βαφτίζουμε την ορθολογικοποιημένη υποκειμενικότητά μας. Οπότε ας το δεχτούμε επιτέλους. Μήπως, λέω, μήπως μπορέσουμε να ακούσουμε αυτό που προσπαθεί να ψελλίσει τόση ώρα ο διπλανός μας…
Φόβος;
Εννοείται. Φόβος. Φόβος να πλησιάσουμε πολύ τη φωτιά, μήπως καούμε. Φόβος να απομακρυνθούμε πολύ, μήπως παγώσουμε. Φόβος μήπως πεθάνουμε αν… οπότε δεν… κι έτσι πεθαίνουμε ούτως ή άλλως…
Εσύ;
Εγώ. Η φυλακή μου. Εγώ. Το βασίλειο μου. Εγώ η φυλακή σας. Εγώ το βασίλειο σας.
Μυρωδιά;
Α, ναι, η μυρωδιά… Κάποτε ένα βράδυ μια μυρωδιά μ΄ έκανε να βαδίσω χιλιόμετρα να πάω να συναντήσω κάποιον. Δεν τον αγαπούσα πια. Αγαπούσα μόνο την ανάμνηση του. Που μύριζε έτσι.
Θυμός;
Ο εχθρός μου. Θυμώνω πολύ -το σιχαίνομαι αυτό. Γιατί χάνω το φως μου, όλο το φως που μάζεψα την άνοιξη για τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα. Γίνομαι κεραυνός που τα καίει όλα. Χωρίς διάκριση. Κι άντε μετά να ξαναφυτρώσει το χαμομήλι στο ρημαδοχώραφο…
Αναμνήσεις;
Σιχαίνομαι τη λέξη. Την προσπερνάω.
Γυναίκα;
Φυλακισμένη σε σουσούμια και μπουκαλάκια, σε περιοδικά με συμβουλές “Πώς να καταστρέψετε την ίδια σας τη ζωή χωρίς να το καταλάβετε ούτε εσείς η ίδια. Πώς να γίνετε το κοστούμι του εαυτού σας” (ψηλό, ξανθό με μες, και killer body).
Τέλος;
Μερικές φορές ανακούφιση. Αυτό είναι το τέλος λοιπόν; Και γιατί κάνουμε τόση φασαρία για να το αποφύγουμε; Αφού κανένα τέλος δεν έρχεται με άδεια χέρια…