[ Συ μένεις… ]

«Στο γενικότερο ανάθεμα, να το θυμάσαι, να προσπαθείς να ξεχνάς τις υποσχέσεις».

Σελίδα 38, αράδα δωδεκάτη (νυχτερινή). Τσακίζει τη σελίδα· σημαίνει: απεχθάνεται το φως. Κοιτάζει το εξώφυλλο· σημαίνει: δεν βρήκε τη λύση ακόμα. Συγυρίζει το δωμάτιο· τι να σημαίνει; δεν έχει καθαρίσει εδώ και μέρες. Βγαίνει απ’ το σπίτι· δεν σημαίνει τίποτα.

«Οι υποσχέσεις δεν χωράνε σε καμία τσέπη. Είτε θα ’χεις τον πόθο στο κεφάλι σου είτε παράτα τα όλα και πήγαινε για ψάρεμα».

Σελίδα 42, αράδα ογδόη (συμφωνική, για πέντε δάχτυλα· ανοιχτά). Φτάνει στον σταθμό· σημαίνει: το πιο ακίνητο πράγμα στη ζωή του· σταθμός. Δεν έχει σκαλιά, είναι υπέργειος· σημαίνει: υπόσχεται περισσότερο φως. Περνά την κάρτα απ’ τον αναγνώστη· σημαίνει: όλα γυρίζουν γύρω από σένα. Κάθεται σε μια θέση· σημαίνει: ό,τι κι αν έχω σ’ το χαρίζω· θέση.

«Σκέφτομαι σημαίνει περνάω τον δρόμο χωρίς να κοιτάξω δεξιά-αριστερά. Δεν σκέφτομαι σημαίνει ακριβώς το ίδιο».

Σελίδα 58, αράδα εικοστή ογδόη (Οκτωβρίου, μέρα μεσημέρι, των γενεθλίων). Ξαναπερνάει την κάρτα απ’ τον αναγνώστη· σημαίνει: φόρα ζεστά· κάνει κρύο εδώ πάνω. Κοιτά την αντανάκλαση στο τζάμι της πόρτας· σημαίνει: ξέχασα να σε κεράσω εκείνον τον καφέ. Ανοίγει η πόρτα· σημαίνει: βγήκα στην πόλη που αγαπώ· σημαίνει: δεν μπορείς να τα ’χεις όλα· σημαίνει: όταν όλα γαμιούνται, γαμιούνται καλά. Συγγνώμη.

«Η ώρα δεν περνάει εάν δεν έχεις ψωνίσει τον φόβο σου από κάποιο μαγαζί της γειτονιάς».

Σελίδα 73, αράδα δεκάτη εβδόμη (πανηγυρική). Ψωνίζει βιβλία απ’ την υπαίθρια αγορά· σημαίνει: υπόσχομαι να σ’ αφήνω ν’ αναπνέεις. Παραχώνει τα βιβλία στην τσάντα που κουβαλά στην πλάτη· σημαίνει: θα σε κρατήσω μυστικό εσένα. Προχωρά προς το νερό· σημαίνει: ξέρεις πού να με βρεις· σημαίνει: είμαι μόνος· σημαίνει: ζεσταίνομαι τη μέρα· σημαίνει: κρυώνω τα βράδια· σημαίνει: αγαπώ τα κλισέ, μου είναι οικεία.

«Το κρύο είναι παντού αδιανόητο· το ξέρουν όλοι εδώ μέσα».

Σελίδα 73, αράδα δεκάτη εβδόμη (πανηγυρική). Δεν σκουπίζεται εύκολα ο ιδρώτας που σε ζώνει· σημαίνει: μη ρωτάς τ’ αυτονόητα, αγάπη μου.

«Δεν έχω φύγει, στην πραγματικότητα. Έχω φύγει στην πραγματικότητα».

Σελίδα 73, αράδα ― (της έλλειψης και της ανάγκης). Γυρίζει· σημαίνει: δεν έφυγε ποτέ. Επιστροφή στο σπίτι· σημαίνει: αόριστη ανάγκη. Κάρτα απεριορίστων διαδρομών· σημαίνει: δεν είναι βαθιές οι τσέπες σου κι απόψε. Κοιτάζει τα τρένα να περνούν· σημαίνει: ―

Σημαίνει: Αν αγαπάς, υπάρχει πάντα ο τρόπος.―

η ΑΝΑΓΚΗ και ΕΜΕΙΣ (ο μονόλογος ενός γελοίου)

Κι ούτε φωνή δε μου ‘μεινε.
Ούτε μια λεξούλα δεν τολμά να βγει απ’ τα χείλη μου. Φοβάται μήπως και εξατμιστεί στο χώρο. Από το χώρο. Δεν ξέρω. Κι αν μάθω, δε θα ξέρω και τόσο καλά. Αν βέβαια δε μάθω μόνος μου. Γιατί, αν μάθω μόνος μου, θα ξέρω. Αν μου πουν ή αν μου δείξουν, δε θα ξέρω καλά. Αλλά τουλάχιστον φοβάμαι καλά γιατί φοβάμαι από μόνος μου, αφού τίποτα άλλο δε με φοβίζει. Δε μου προκαλεί φόβο.
Καμμιά φορά μάλιστα είμαι ευτυχισμένος που φοβάμαι, γιατί είναι από τα ελάχιστα πράγματα που μπορώ να κάνω μόνος μου. Όταν λέω μόνος μου, δεν εννοώ να είμαι μόνος κι έρημος σαν την καλαμιά στον κάμπο. Εννοώ να τα καταφέρνω ακόμα συν τη παρουσία άλλων. Γιατί, αν είσαι μόνος σου σαν την καλαμιά που σας έλεγα, όλα μόνος σου θα τα κάνεις και σιγά την κατάκτηση. Η ανάγκη, όταν γίνεται φιλοτιμία, είναι ανοησία. Αναγκαστικά πάλι φιλοτιμείσαι και πάλι στην ανάγκη επιστρέφεις. Προσπαθώ να μην έχω πολλές ανάγκες, αλλά κι αυτό καταντά ανάγκη.
Άρα έχω μία ανάγκη, να μην έχω ανάγκες. Στην ανάγκη (είδατε; δε γλυτώνουμε από ανάγκες) θα προσποιηθώ ότι βρήκα την άκρη και τέλειωσε η υπόθεση. Δεν με απασχολούν τέτοιες ερωτήσεις και καταστάσεις. Καθόλου. Έχω άλλες ανάγκες (να τα πάλι!) να καλύψω. Και να ανακαλύψω. Και να αποκαλύψω. Και να επικαλύψω αν χρειαστεί, όπως έκανα μόλις πριν. Το καταλάβατε; Είναι λίγο δύσκολο να με καταλάβετε; Δεν είναι ανάγκη να καταλαβαινόμαστε πάντα. Δεν το ‘χετε ανάγκη.
Τι ωραία! Μόλις σας απάλλαξα από μία ανάγκη. Δεν αισθάνεστε καλύτερα; Χαίρομαι ιδιαίτερα που σας απαλλάσσω από μία ανάγκη, την οποία πιθανώς δεν διαθέτατε ποτέ, αλλά -όπως και να ‘χει- δεν είναι ανάγκη να την αποκτήσετε. Όλη αυτήν την ώρα που σας μιλώ, ή που λέω και λέω και λέω, γιατί για να σας μιλώ προϋποθέτει να με ακούτε -πράγμα πολύ αμφίβολο. Εδώ χρειάζομαι λίγο την προσοχή σας και τη μνήμη σας και την συνδυαστική σας ικανότητα. Αλλά δεν είναι ανάγκη να το κάνετε. Όποιος ή όποια θέλει. Λοιπόν εκ του αποτελέσματος συμβαίνει το εξής αναπάντεχο: αναιρείται αυτό που είπα στην αρχή: Κι ούτε φωνή δε μου ‘μεινε. Ούτε μια λεξούλα δεν τολμά να βγει από τα χείλη μου. Φοβάται μήπως και εξατμιστεί στο χώρο. Από το χώρο. Θυμάστε; Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι κατάφερα και κάτι ακόμα: έμαθα και ξέρω καλά γιατί έμαθα μόνος ανάμεσα σε πολλούς.
Σας ευχαριστώ που είστε πολλοί. Δεν ήταν ανάγκη.
Καληνύχτα σας.

ο κυριακάτικος μανδύας και ο κλειδαράς

Όταν κόβεται το ρεύμα τρομάζω τόσο πολύ που θέλω να ουρλιάξω.

Αλήθεια. Ακόμα κι αν είναι μέρα. Δεν μπορώ να φανταστώ το σπίτι μου χωρίς ρεύμα. Δεν γίνεται. Για φανταστείτε να μην μπορώ να χτυπήσω το κουδούνι του σπιτιού μου. Να μην μπορώ να πάρω το ασανσέρ να πάω να πληρώσω τα κοινόχρηστα στην αξιοπρεπέστατη και ευτραφή κυρία διαχειρίστρια.

Εγώ μένω στο ισόγειο και ως εκ τούτου δε χρησιμοποιώ το ασανσέρ, ή τον ανελκυστήρα αν προτιμάτε, αν κι εγώ δεν προτιμώ τον ελληνικό όρο γιατί θυμίζει εργοτάξιο. Φανταστείτε ένα ολόκληρο εργοτάξιο να μην λειτουργεί εξαιτίας της διακοπής του ρεύματος. Μα είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Εγώ δεν δύναμαι να τα καταλάβω. Δεν είμαι εις θέσιν, σας λέω. Με αντιλαμβάνεστε; Από την άλλη, βέβαια, τα εργοτάξια παράγουν πολύ θόρυβο, αλλά υπάρχουν και τα μονωμένα κουφώματα αλουμινίου που εύκολα και γρήγορα μπορεί κανείς να τοποθετήσει στο όμορφο, και μη, σπίτι του. Τώρα θα μου πείτε, τι γίνεται όταν κυκλοφορείς στο δρόμο και ακούς όλον αυτόν τον θόρυβο; Εδώ, το μόνο που έχω να σας προτείνω είναι να περπατάτε γρήγορα για να κρυφτείτε σε κανένα καφέ ή σε κανένα σπίτι κάποιου φίλου που θα έχει ήδη βάλει τα μονωτικά συστήματα που σας έλεγα προ ολίγου.

Επανέρχομαι: δεν μπορώ χωρίς ρεύμα. Επειδή δεν μπορώ να κουβαλάω κλειδιά μαζί μου. Θέλω να χτυπάω το κουδούνι της πόρτας του σπιτιού μου. Και θα με ρωτήσετε γιατί δεν χτυπάω την πόρτα απευθείας. Πολύ απλά γιατί έχω βάλει σούπερ μονωτική πόρτα και δεν ακούγεται κανένα χτύπημα, κανένας θόρυβος. Βέβαια και να ακουγόταν κάποιος θόρυβος, δεν θα υπήρχε κανείς να μου ανοίξει. Μένω μόνος μου. Μου ανοίγει πάντα ο αδερφός μου ο κλειδαράς που έχει, όπως όλοι, πανεύκολο τηλέφωνο, αλλά δεν το χρησιμοποιώ γιατί μπερδεύομαι με τα ίδια νούμερα και δεν ξέρω πόσα ίδια, και ποια, έχει και ποιο διαφορετικό έχει ανάμεσα στα έξι ίδια. Επί παραδείγματι το τηλέφωνό του είναι 555 8 555 ή 888 5 888 ή 999 7 999; Το ευκολότερο είναι να θυμηθείς σε ποια περιοχή μένει και να καταλάβεις ποιο είναι το σωστό, γιατί είναι ωραίος ο τηλεφωνικός διαχωρισμός των Αθηνών, αλλά, μια στιγμή, τώρα που το συνειδητοποιώ, είναι πολύ ρατσιστικό και ταξικό αυτό που συμβαίνει. Οι πανάκριβες περιοχές έχουν αρχικό νούμερο ένα μεγάλο νούμερο (από 6 και πάνω), πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ενώ οι φτωχότερες το πολύ μέχρι 5. Από την άλλη βέβαια, το 2-3-4-5 είναι ισοδύναμο του 6-7-8-9, άρα δεν υπάρχουν περισσότεροι πλούσιοι ή φτωχοί στην Αττική, αφού έχουν 4 αρχικά ψηφία οι μεν, 4 αρχικά και οι δε. Άρα μια χαρά όλα και διαγράψτε όσα σας είπα μέχρι τούδε. Και επανέρχομαι: ο αδερφός μου επείσθη υπ’ εμού να ανοίξει το μαγαζί του ακριβώς στο δίπλα στενό από το σπίτι μου για να έρχεται και να μου ανοίγει εύκολα και γρήγορα.

Μ’ αρέσει που γίνεται έτσι, γιατί έχω έναν καλό λόγο να του βάζω φαγητό, εφ’ όσον έχει ανοίξει την πόρτα μέσα σε τόσο χρονικό διάστημα όσο να ήταν στο μπάνιο με σαπουνάδες μέχρι και στ’ αυτιά. Αν κάνει παραπάνω, του φτιάχνω μόνο καφέ και τον κερνάω κανένα τσιγαράκι. Ευτυχώς που ούτε καφέ πίνει ούτε τσιγάρα καπνίζει. Έχει έλκος. Το έλκος επίσης μου θυμίζει τον ανελκυστήρα και αναρωτιέμαι γιατί να έχουν το ίδιο συνθετικό. Στο ασανσέρ να το καταλάβω αλλά και στο στομάχι; Τι τραβιέται στο στομάχι δηλαδή; Περίεργα πράγματα συμβαίνουν με τη γλώσσα μας. Επανερχόμενος, πρέπει να σας πω, κάπως μεταξύ μας, πως το ρεύμα για να κοπεί πρέπει να ενωθεί. Βέβαια εδώ μέσα που είμαι μου λένε συνέχεια πως λέω ό,τι θέλω. Αλλά δε δίνω σημασία. Βαριέμαι.

Εν πάση περιπτώσει, αν το καλοσκεφτείτε, ο πολιτισμός μας καταρρέει μόλις κατεβάσουμε τον οποιονδήποτε γενικό διακόπτη. Δεν έχω δίκιο; Καλό θα είναι να μου λέτε ναι. Η κατάφαση, ξέρετε, δημιουργεί για αρχή ένα πανέμορφο κλίμα μεταξύ αγνώστων. Τι ωραία, σκεφτείτε, που είναι να συμφωνούν τα μέλη μιας παρέας, αν κι εσείς δεν είστε φίλοι μου αλλά συμπονετικοί επισκέπτες. Τώρα εδώ στα σκοτεινά δεν είναι σα να έχει κοπεί το ρεύμα; Δεν είναι άβολο για όλους μας; Αφήστε που εδώ που τα λέμε δε σας βλέπω κιόλας και με αγχώνει διπλά αυτό. Είναι νύχτα ή είναι μέρα; για να ξέρω τι θα πω παρακάτω.
Αν σας κούρασα, πάντως, είναι γιατί δεν καταλήγω κάπου και αυτό είναι πολύ κουραστικό, αλλά μέχρι να έρθει το ρεύμα καλό θα είναι να μ’ ακούτε και να σας ακούω γιατί φοβάμαι μέχρι θανάτου.

Τώρα που ανέφερα το θάνατο, θυμήθηκα ότι ξέχασα να σας πω ότι ο αδελφός μου έχει πεθάνει εδώ και 2 χρόνια. Λένε ότι τον σκότωσα εγώ επειδή άργησε να μου ανοίξει μια μέρα που χτύπαγα και δεν μου άνοιγε κανείς. Λογικό τώρα που το ξανασκέφτομαι, γιατί, όπως σας είπα, μένω μόνος μου. Αλλά δεν είχε την υποχρέωση να έρθει και να μου ανοίξει γρήγορα κατά τον τρόπο που σας περιέγραφα λίγο πριν; Τελοσπάντων, νομίζω ότι δεν τον σκότωσα εγώ γιατί μόνο το δικό μου σπίτι δεν είχε ρεύμα εκείνη τη μέρα και το μόνο που είχε ήταν μια ηλίθια ειδοποίηση πως μου το κόψανε γιατί δεν πλήρωνα το λογαριασμό. Αφού δεν ερχόταν ποτέ κανένας λογαριασμός, άρα έπρεπε να σκοτώσω τον ταχυδρόμο. Τι μου έφταιγε ο αδερφός παύλα κλειδαράς μου;

Εγώ, κατά τα άλλα, θυμάμαι να σκότωσα τον ταχυδρόμο.

Ότι έκανα έγκλημα έκανα. Α, όλα κι όλα! Το σωστό να λέγεται. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι κάποιος που έμοιαζε του αδελφού μου φώναζε παρακλητικά κάτι ακαταλαβίστικα για διορισμούς, Ελληνικά Ταχυδρομεία και τα ρέστα. Λέτε να μπέρδεψα κάτι; Για να επανέλθω: όταν κόβεται το ρεύμα δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Νομίζω ότι δε βλέπω τίποτα, ακόμα κι αν είναι μέρα. Οφείλεται σε ψυχολογικούς παράγοντες μου είπε μια μέρα ένας κύριος αλλά δεν του έδωσα καμμιά σημασία. Μου φάνηκε μαλάκας. Αφήστε που αυτός σίγουρα θα βλέπει τη μέρα χωρίς ρεύμα. Αυτοί χαλάν την πιάτσα κύριοι. Και κυρίες.

Προπαντός κυρίες που χαλάτε την πιάτσα έτσι κι αλλιώς από τότε που τα ψυχιατρεία έγιναν μεικτά.

Ώρα να πάρω το χάπι μου.

Κακός συνδυασμός οι χειροπέδες με το άσπρο, ρε πούστη μου.

"Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ" – ένας ΑΝΕΚΔΟΤΟΣ μονόλογος του ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΟΡΤΩ


Ο ιππότης του φθινοπώρου
Καλησπέρα. Ελάτε, περάστε, καθίστε στην αυλή μου. Καλώς ήλθατε. Όπου νά’ναι θα νυχτώσει. Είναι αργά. Η ισημερία πέρασε, κι οι μέρες μικραίνουν ολοένα. Κάνατε καλά που σταματήσατε. Θέλετε κάτι να σας φέρω; Όχι. Καλά. Ας καθίσουμε.

Τί ωραία ξανθά μαλλιά που έχετε. Κόκκινα τώρα, όπως τα βλέπω μέσ’απ’τα κεριά. Κόκκινη κι η γυαλάδα των ματιών σας, το δέρμα σας, τα χείλη, όλα κόκκινα. Κόκκινα και τα φύλλα, και το αίμα μέσ’απ’τα δικά μου χείλη, που τα δαγκώνω εδώ και ώρα. Άραγε φαίνεται; Όχι, δεν πρέπει να σας δείξω πόθο. Δεν πρέπει να το καταλάβετε. Πόσο αδύναμη είμαι.

Σας αρέσει, λέτε, το τσάι που σας έφτιαξα. Ω, είστε τόσο ευγενικός… Είμαι σίγουρη πως έχετε πιεί κι αλλού καλύτερο. Το δικό μου… δεν ξέρω… έχει μείνει πολλά χρόνια στο κουτί του, έχει χάσει κάτι από τ’άρωμα, από τη νιότη του, είναι θαρρώ λιγάκι σαν και μένα. Γερασμένο. Πώς είπατε; Όχι, όχι, είστε πολύ καλός, όμως δεν έχω πια ούτε την ώριμη ομορφιά του φθινοπώρου. Είμαι, ας πούμε, πιο κοντά στον χειμώνα. Στην παγωνιά.

Έχετε δάχτυλα ευγενικού ανθρώπου. Πρέπει, υποθέτω, να φέρεστε καλά σ’όσους σας αγαπούν. Όμως γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά; Τί ωφελεί; Περαστικός, είπατε να ξαποστάσετε για μια νύχτα εδώ, ψάχνατε μιαν αυλή, ένα σπίτι. Γιατί ν’αναρωτιέμαι για την τροφή του αλόγου σας και τη μυρωδιά που θα έχουν τα πόδια σας όταν βγάλετε τις ιδρωμένες μπότες; Η ομορφιά του φθινοπώρου… Ευγενικέ ιππότη, ευτυχώς. Δεν ξέρετε ότι κάτω απ’αυτό το στρώμα του χιονιού υπάρχουν ψόφιες αλεπούδες και σκαντζόχοιροι. Ψόφια ποντίκια. Κίσσες. Ερπετά. Σκουληκιασμένα.

Σας κούρασε το αποψινό ταξίδι. Μή νοιάζεστε. Γρήγορα θα ξεκουραστείτε. Θα κάνω ό,τι μπορώ. Θέλω να πώ, στην ηλικία σας εύκολα κανείς κουράζεται κι εύκολα ξεκουράζεται. Είστε σαν καταιγίδες του Αυγούστου εσείς οι νέοι. Ω, μην με κάνετε να γελώ!… Όχι, όχι, είστε γλυκός όσο γλυκό θα ήθελα να είταν το τσάι που σας φίλεψα, όμως υπάρχει διαφορά. Σίγουρα. Εγώ, θέλω να πώ, όλα αυτά είναι περασμένα. Τελειωμένα. Κάνει κρύο, μήπως να καθόμασταν μέσα;

Δεν φταίω εγώ που όλα εδώ μέσα φαίνονται τόσο φτωχικά. Ερημιά τόσα χρόνια, άγνωστοι άνθρωποι απ’την εξοχή, από τα σκοτεινά δάση, μου το ρημάξανε. Και κλέφτες τίμιοι, που τους γνώριζα. Προπαντός αυτοί. Μου αφήσαν μόνο τα μπακίρια και τα ψευτοασημικά. Ελπίζω να μην φαίνονται τα ίχνη των χεριών, τόσο πολλών χεριών, παντού μέσα στο χώρο. Ελπίζω να μην φαίνονται τα ίχνη των ελπίδων.

Ώστε στ’αλήθεια παίζετε λαγούτο; Όχι, έτσι το είπα, δεν το είχα μαντέψει. Εγώ, ξέρετε, δεν έχω πια ανάγκη μουσικής. Θλιβερό, συμφωνώ μαζί σας. Όμως γιατί να τραγουδήσω μόνη; Σε ποιόν; Για ποιόν; Τί σημασία θά’χουνε τα λόγια του τραγουδιού; Ποιός θα συγκινηθεί μαζί μου, ποιός θα με πάρει αγκαλιά αν κλάψω; Με συγχωρείτε, δεν πρέπει να σας φορτώνω με τα δικά μου. Όχι, μη. Μην το λέτε. Δεν χρειάζονται οικειότητες, σας παρακαλώ. Είμαι μόνη, πολλά χρόνια τώρα, παρακαλώ να το θυμάστε. Μην λέτε κάτι που μπορεί να μην σκεφτήκατε.

Τώρα γιατί αυτό το παιχνίδι; Είναι η ζέστη από το τζάκι, είναι η κούραση, η επιμονή; Είναι το ταξίδι που ήρθε και θα συνεχίσει, κι ας αφήσει πίσω έναν σταθμό ακόμη; Το ασθενικό οινόπνευμα του μηλίτη; Γιατί; Δεν ξέρετε πόσο εύκολο είναι; Και πόσο τραγικό για μένα; Εκτός κι αν… Όχι. Αυτό πρέπει να το ξεχάσω.Από πού έρχεστε, αν δεν γίνομαι αδιάκριτη; Ά, μάλιστα. Έχω βρεθεί εκεί μια-δυό φορές. Ναί, τί να σας πώ, οι αναμνήσεις μου είναι μπερδεμένες. Άλλωστε το μυαλό τα ταιριάζει με το χρόνο κατά πώς θέλει εκείνο. Ελπίζω πως είταν ευχάριστα. Και πού πηγαίνετε; Δεν ξέρετε; Μα είναι δυνατόν; Και το άλογό σας; Έχετε… συγγνώμη, ελπίζω να μην σας προσβάλλω, μα είστε σίγουρος πως τα τρόφιμα θα φτάσουν; Το χρυσάφι σας; Δεν φοβάστε τους ληστές, έτσι, δίχως συγκεκριμένο προορισμό; Ξέρετε, στα γύρω δάση υπάρχουνε πολλοί. Έχουνε μπεί κι εδώ.

Όχι, δεν θέλω την λύπη σας, αλλάξτε βλέμμα. Έτσι. Καλύτερα. Καλύτερα οικειότητα, κι ας κάνω πως δεν την θέλω, κι ας είναι μείγμα της φωτιάς και του μηλίτη και της νύχτας. Ένα βολικό ψέμμα είναι προτιμότερο από μιαν άβολη αλήθεια.

Ώστε είστε ένας περιπλανώμενος μουσικός στον μεγάλο κόσμο. Πόσο όμορφο ακούγεται αυτό… να ταξιδεύεις, να μην νοιάζεσαι για το αύριο, να μην ξέρεις πού θα σε βγάλει η κάθε μέρα… Θά’λεγα, κατά κάποιον τρόπο, πως οι ζωές μας μοιάζουν. Ούτε κι εγώ νοιάζομαι για το αύριο. Δεν ξέρω πού θα με βγάλει. Μόνο που αυτό συμβαίνει γιατί για μένα δεν υπάρχει αύριο. Είμαι όπως εσείς, αλλά χωρίς τον μεγάλο κόσμο. Και δίχως μουσική. Ίσως οι ζωές μας να μην μοιάζουν καθόλου.

Μην εξακολουθώ να βασανίζομαι. Ας κάνω ότι νυστάζω. Να πώ πως τελειώνουνε τα ξύλα. Να σας δείξω την κάμαρα των ξένων και να πάω να κοιμηθώ. Αύριο θά’χετε φύγει. Όμως δεν θέλω να φύγετε. Δεν θέλω να φύγετε ποτέ. Θέλω να μείνετε για πάντα εδώ, να μοιραστείτε τη φτώχεια και το κρύο του σπιτιού μου, να κοιμηθείτε στο κρεββάτι μου, για πάντα, να γεράσετε πλάι μου. Μονάχα έτσι υπάρχει ελπίδα να σταματήσω να γερνάω εγώ. Νά’την πάλι η ελπίδα. Όλα τα παράθυρα κλειστά. Από πού μπήκε;

Μου λέγατε πώς είταν η ζωή σας. Παιδάκι, με περιποιήσεις και φροντίδες, και πλούσια τραπέζια και δασκάλους και ρούχα διαλεχτά. Σ’αυτό, με συγχωρείτε που το παίρνω πάλι πίσω, μοιάζουμε πολύ. Κι εγώ ανατράφηκα σε αφάνταστο πλούτο. Δεν έλειπε τίποτε. Γλώσσες, μουσική, φαντασία, υπερβολή. Μου δίδαξαν την ευτυχία. Τώρα, πώς έφτασα εδώ, μην το ρωτάτε. Ίσως να είχα κάποιαν έμφυτη κλίση στη δυστυχία. Γελάτε; Όχι, προς Θεού, δεν τό’πα γι’αυτό. Δεν με θίξατε. Το προτιμώ, να γελάτε. Ας γελάσει και κάποιος σ’αυτό το σπίτι.

Απορείτε, καλέ μου ιππότη, με την ατσάκιγη φορεσιά και το ξανθό στεφάνι στο μέτωπο. Με περιεργάζεστε, αλλόκοτο θέαμα. Μυστήριο. Δεν ξέρετε, ή δεν θυμάστε φαίνεται, νά’χετε περάσει από πόλεις που έχουνε λιμάνι. Και δίπλα εκεί που ξεφορτώνουνε τα πλοία, στα υπόγεια των μαγέρικων που το φαγητό τους είναι πιο βρώμικο κι από το σάλιο των γλάρων, κάτι μικρά δωμάτια χωρίς φώς και χωρίς ντροπή. Κοπέλες, μόνες, που δεν τους επιτρέπεται να φύγουν. Πρέπει πρώτα να περάσει όλο το πλήρωμα, να περάσουν ορδές οι ναύτες κι οι εργάτες κι οι μεθύστακες. Να τσαλαπατήσουνε την ψιλή δαντέλλα στη λάσπη. Κάπως έτσι, λοιπόν, εξηγείται. Μην απορείτε.

Φοβάμαι ότι σας κούρασα. Δεν μιλώ πολύ, κι όταν μιλώ, μιλώ πάρα πολύ. Ζητώ συγγνώμη – η δίδυμη μορφή της μοναξιάς. Σιωπή και χάος. Αν θέλετε, μπορώ να σας δείξω τον ξενώνα. Δεν είναι κάτι το σπουδαίο, λυπάμαι, όμως για ένα βράδυ… Πώς; Θέλετε να καθίσουμε κι άλλο; Λίγο μηλίτη ακόμα; Ας είναι. Ελπίζω να μην ενεργείτε μόνο από ευσπλαχνία. Μη γελάτε. Όχι, μ’αρέσει ν’ακούω το γέλιο σας. Κάνει ωραίο αντίλαλο. Απλά, κάποιες στιγμές φοβάμαι πως…τίποτε. Πείτε μου κι άλλες ιστορίες, δεν χορταίνω να σας ακούω.

Στην πραγματικότητα όλες τις ιστορίες σας τις ξέρω καλύτερα από σας, ωραίε ιππότη. Τις έχω γράψει, τις έχω ζήσει. Θα παραστήσω μονάχα την έκπληκτη, για να μην σας τρομάξω. Όλοι τρομάζουν, κι εσείς θ’ανατριχιάζατε αν ξέρατε πόσο καλά σας ξέρω. Πόσο μπορώ, αν θέλω, να μαντέψω την παραμικρή σκέψη σας, το παραμικρό σας νεύμα προτού ακόμα γεννηθεί. Μπορώ να κατευθύνω αυτή την νύχτα. Η τραγωδία μου είναι ότι δεν μπορώ να κατευθύνω τις επόμενες.

Κάποτε αγαπήσατε πολύ, λοιπόν. Και πληγωθήκατε. Η αγάπη σας δεν βρήκε ανταπόκριση. Πνίξατε την λύπη σας στο κρασί και στο τραγούδι, κι αρχίσατε να περιπλανιέστε μόνος, με τ’άλογό σας, για να λησμονήσετε. Μην αφήνετε τη θλίψη να σας μαυρίζει τα μάτια. Ακούστε τη συμβουλή μου: Αν δεν ανιστορούσατε τώρα αυτή τη χαμένη αγάπη, θα είχατε λησμονήσει ακόμα και τη λησμονιά της. Μπορείτε, έχετε την δύναμη, το βλέπω. Πολλοί έρωτες σας περιμένουν. Ίσως να μην τους περιμένετε εσείς.

Με συγχωρείτε γι’αυτή την τόσο καλοζυγισμένη κουβέντα. Όμως, θά’πρεπε να με είχατε αναγνωρίσει από τα πεινασμένα μάτια, έστω κι αν κάτι κρύβουν οι ρυτίδες. Για ποιά ανταπόκριση μου μιλάτε; Πόσο αστείος είστε… Θά’θελα να γελάσω, κι όχι με τον γλυκό, δικό σας τρόπο, αλλά στα μούτρα σας, αγενέστατα. Τραγούδια και κρασί και το πράσινό σας άλογο έξω που βόσκει. Θά’πρεπε νά’χα στραγγίξει όλα τ’αμπέλια της οικουμένης. Κι οι λυγμοί μου νά’χανε ξυπνήσει τα πουλιά σε άλλους πλανήτες.

Και λέτε πως εγκαταλείψατε κάθε ελπίδα. Πως γυρεύετε ν’αφοσιωθείτε σε μια ζεστή καρδιά, να γείρετε πλάι το κεφάλι σας, κι εκεί ν’αποκοιμηθούν τα τραγούδια κι ο πόνος κι η κούραση των ταξιδιών σας. Μακάρι να το εννοείτε. Δεν το λέω γιατί σας αμφισβητώ, συγγνώμη αν κάπως έτσι ακούστηκε. Το λέω μονάχα για λογαριασμό κάθε ζεστής καρδιάς. Κάνει κρύο, δε νομίζετε;

Σε λίγο θ’αντιληφθείτε την ματαιότητα του αποψινού παιχνιδιού, το χαμένο χρόνο που είταν η αποψινή σας στάση. Θα με κοιτάξετε καλύτερα, θα με αναγνωρίσετε, θα δείτε χαραγμένους τους αιώνες της απόγνωσης, θα με σιχαθείτε. Δεν θα θέλετε ούτε να με φτύσετε. Ίσως πάλι και να’ρθείτε, επειδή είναι φτηνά, επειδή δεν κοστίζει τίποτε να τσαλαβουτάς μέσα στη φτώχεια όταν σου έχουν απομείνει λίγα δικά σου πλούτη, καλά κρυμμένα. Σ’αυτή την περίπτωση, ελπίζω να κρύβετε πολύ καλά τα δικά σας. Αλλιώς κινδυνεύετε σοβαρά να σας τα κλέψω.

Μα είστε σίγουρος πως θέλετε να καθίσουμε κι οι δυό σε τούτο το στενό καναπεδάκι; Νοιώθω λίγο αταίριαστη, τόσο κοντά σας. Εσείς… Πάλι γελάτε. Λοιπόν, εντάξει, ας καθίσουμε μαζί. Ίσως έτσι να ζεσταθώ λιγάκι.

Προσποιούμαστε ότι έχει κρύο. Τί άλλο; Σας εξομολογούμαι ότι έχει πολλά χρόνια να συμβεί. Ψέματα. Συνέβη μόλις χτές. Κατέβηκα μέσα στη νύχτα από ένα θόρυβο, είδα έναν κλέφτη να κοιμάται στο χαλί, η πόρτα ξεμανταλωμένη, και κουλουριάστηκα δίπλα του στο πάτωμα και κοιμήθηκα. Γιατί να μην κάνω το ίδιο και μαζί σας; Μόνο που χρειάζομαι, την τελευταία στιγμή – σας εκλιπαρώ, το έχω απόλυτη ανάγκη – να κάνετε πως πρώτος εσείς με παρακινείτε. Χαρίστε μου την ματαιοδοξία μιας σίγουρης κατάφασης.

Το χέρι σας… τα πόδια σας… σίγουρα είναι βολικά εδωπέρα; Μα… λέτε αλήθεια; Θα το θέλατε; Δεν ξέρω. Ή μάλλον, ασφαλώς. Θα είταν αδύνατον να αρνηθώ. Συγχωρήστε μονάχα, σας το λέω προκαταβολικά, το κρύο. Δεν φτάνει ως εκεί πάνω η ζέστη της φωτιάς. Κι ίσως στριμωχτούμε λιγάκι. Πώς είπατε; Τώρα με αναγκάζετε να γελάσω μαζί σας. Δεν είστε κακός, όχι, μην το λέτε. Είναι κακή η νύχτα. Η οποιαδήποτε νύχτα. Ευτυχώς κάποτε τελειώνει.

Τώρα, που ανεβαίνουμε, για σας ίσως είναι όλα φευγαλέα. Ένα στραβό μονοπάτι που πήρε το άλογό σας και χαθήκατε. Ίσως προγραμματίζετε ήδη το πόσο γρήγορα θα με ξεχάσετε. Σας ικετεύω. Ας μην είναι έτσι.

Προσέξτε εδώ, φοβάμαι πως η σκάλα είναι ετοιμόρροπη. Κάποτε θα υποχωρήσει, και θα παγιδευτώ για πάντα εκεί πάνω. Τί λέτε; Να συνέβαινε απόψε; Να παγιδευόσασταν μαζί μου; Δεν έπρεπε να πιούμε αυτό το δεύτερο ποτήρι. Νά’μαστε. Ακολουθήστε με στα Ηλύσια Πεδία. Στο δωμάτιο της Απελπισίας.

Πόσο γλυκό είναι το κορμί σας, ιππότη του φθινοπώρου… Πόσα άλλα κορμιά μου θυμίζει… Και πόσα άλλα κορμιά με τη σειρά τους θα μου το θυμίσουν… Μακάρι να σταματούσε εδώ, απόψε, η παρέλαση των σωμάτων. Έχω κουραστεί. Νοιώθω σαν χαράκωμα πολέμου. Δεν αντέχω να καταπίνω άλλους ανθρώπους. Είμαι μια ζωντανή εκατόμβη. Που κάθε φορά την παρασύρει η ίδια πλάνη. Όχι, δεν είναι πόλεμος. Όλα γίνονται για την ειρήνη.

Μη μιλάτε, σας παρακαλώ. Δε μ’ενοχλεί η φωνή σας, απλά είναι προτιμότερο όλα αυτά να γίνονται σιωπηλά. Είναι πιο εύκολο να ξεχαστούν μετά, αν ξεχαστούν. Κι όμως, θα τα ξεχάσετε. Ελάτε τώρα…είναι σκοτάδι. Με βλέπετε στο φώς ενός κεριού. Σε λίγο και χωρίς αυτό. Δεν είμαι καν η αγάπη που θελήσατε κάποτε να λησμονήσετε. Δεν θα αφηγηθείτε ποτέ καμμιά ιστορία για μένα.

Καλέ μου ιππότη, τώρα που σας σφίγγω απάνω μου, νομίζω πως τα σώματά μας μοιάζουνε στο ημίφως. Έχω απορροφήσει λίγη από την νιότη σας, έχουν τριφτεί πάνω σας κάποια ίχνη από τα γηρατειά μου. Συμπληρωνόμαστε. Αν κάποιος μας κοιτούσε απρόσεχτα, θα έλεγε πως έχουμε την ίδια ηλικία ακριβώς. Την ηλικία των εραστών, ή των πεθαμένων. Γλυκέ μου ιππότη, αν κατά τύχη διαβάσετε την σκέψη μου, μην πείτε πως είμαι μια ιδιότροπη γριά που καταριέται την μοίρα της. Ξέρω καλά πως μοίρα δεν υπάρχει, την φτιάχνουμε μόνοι μας, σαν ένα στεφάνι. Μόνο που για να πλέξει κανείς ένα στεφάνι, πρέπει να κόψει τα λουλούδια. Και τα λουλούδια, μόλις κοπούν, πεθαίνουν. Η μοίρα είναι το σάβανο που υφαίνουμε όσο ζούμε.

Όλα τελείωσαν για απόψε. Αισθάνομαι στην ανάσα σας τον ύπνο. Όχι, δε με πειράζει.
Μ’αρέσει να κοιμηθείτε στην αγκαλιά μου. Αυτός που κοιμάται τελευταίος έχει την δύναμη. Ας είμαι η δυνατή απόψε. Θα κλείσω τις κουρτίνες, μη σας ξυπνήσει ο ήλιος. Αν είταν στο χέρι μου, θα του απαγόρευα να βγεί. Δε θέλω να σας φοβίσω.Δεν θέλω να σας φοβίσω, αλλά με κάνατε πάλι να ελπίζω. Πάρτε αυτή την κατάρα από πάνω μου. Χαρίστε μου μια ζωή που να μην έχει ανάγκη την ελπίδα. Σβήστε το αύριο, κάντε το για μένα. Θα σας αγαπήσω πολύ, θα σας αγαπήσω ανυπόφορα. Θα σας κάνω να θέλετε να φύγετε μακριά μου γιατί δε θ’αντέχετε την τόση αγάπη. Κοιμάστε. Φυλάξτε με έστω ανάμεσα στ’άλλα όνειρα, όχι σαν το πιο δυνατό, δεν θα τολμούσα να ζητήσω κάτι τέτοιο. Σαν το πιο πρόσφατο. Κάποιο βράδυ, όπως ξαπλώνουμε τώρα, θα πεθάνουμε. Είναι αναπόφευκτο, ιππότη, θα πεθάνετε κι εσείς, κι εγώ, κι όσοι αγάπησαν κι όσοι αγαπήθηκαν. Και το θλιβερότερο απ’όλα, θα πεθάνουν κι εκείνοι που δεν αγαπήθηκαν. Παράλογο. Γιατί να πεθάνουν; Αφού είναι σαν να μην έζησαν. Τραβήξτε όλα τα σκεπάσματα, αφήστε με να παγώσω. Καλύτερα να πεθάνω δίπλα σας παρά να ζώ περιμένοντας περιπλανώμενους ιππότες. Είστε ένα σχήμα του μυαλού μου, μια σκιά στον τοίχο, ένα γρατσούνισμα των κλαδιών στο τζάμι από τον άνεμο. Αν σας κοιτάξω αλλιώς, μπορεί και να εξαφανιστείτε. Όμως εγώ πιστεύω σε εσάς. Είστε η ελπίδα μου. Το σπουδαιότερο, σας αγαπώ. Πάρτε το όπως θέλετε.
Αυτό είναι το όνειρο ενός ονείρου κάποιου που δεν κοιμήθηκε ποτέ.

attende (revised)


(το κείμενο αυτό δημοσίευτηκε ως έχει στο περιοδικό PerformArt*Page του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, στη σελίδα http://www.hellastheatre.gr/, στο τεύχος Αυγούστου-Σεπτεμβρίου)

ποτέ ξανά ένα τραπέζι δεν έχει σταθεί με τόση ευχέρεια ανάμεσά μας

Άνη Κυπριάδη, Περπατώντας αργά στην κάμαρά μου

Ήρθες.

Ναι.

Ναι.

Πώς είσαι;

Εσύ;

Πού ήσουν;

Είχα πάει να… Προσπάθησα. Δεν… Ποτέ.

Λες ψέμματα.

Αλήθεια.

Τι αλήθεια; Ψέμματα.

Αλήθεια.

Ναι.

Τι ναι;

Σταμάτα. Δε με φοβίζουν αυτά.

Φοβάσαι;

Λίγο.

Δε σ’ ακούω. Συγγνώμη.

Δε θέλεις. Με συγχωρείς.

Θυμάσαι;

Ξέρεις. Σαν χαμένος πολεμιστής, εμπόλεμος ζητιάνος, παγιδεύτηκα λίγο πιο πάνω από τις νύχτες μας, αγέρωχα και με ευτέλεια κραδαίνοντας τους αιώνες. Κάθε πρωί μπερδεύω καληνύχτες.

Κλείσε τώρα τα φώτα! Τώρα! Κουράστηκα. Κουράστηκες. Γιατί δε μιλάς πια; Πού χάνεσαι; Πού χάθηκες; Μίλα μου, βρίσε με, καθάρισέ με. Δεν έχω δοκιμάσει τίποτα. Τίποτα δεν έχω μάθει. Μαζί σου τα ξέχασα όλα’ και τώρα πού πάω; Χωρίς εσένα. Κουράστηκες. Κουραστήκαμε. Δε σ’ ακούω. Γιατί δε μιλάς; Ε; Μίλα τώρα που ζω ακόμα για να σε κοιτώ’ μετά θα πάρω τα μάτια μου και θα φύγω. Θα σε κοιτάξω για τελευταία φορά. Μια φορά που να πάρει. Μη μιλάς άλλο από μέσα σου. Ταξίδεψε μαζί μου. Τώρα. Κοίτα με. Ταξίδεψε τώρα. Άκου. Το ξέρω ότι θέλεις να καταργηθούν τα ταξίδια. Να μην υπάρχει καθόλου χώρος έξω από αυτόν που ζεις. Μόνη σου να χορέψεις αλλά άκου. Κάποιος κλαίει και φωνάζει. Όχι εγώ. Κάνεις λάθος. Πάλι λάθος κάνεις, αγάπη μου. Μη με κοιτάς έτσι. Κοίτα με. Αλλά όχι έτσι, διάολε. Και τώρα που τα ξέρεις όλα, κοίτα με και μίλα μου για την αλήθεια. Ναι, γι’ αυτήν. Κι εγώ σταμάτησα να φοβάμαι, αλλά δε σταμάτησα να σου μιλώ. Κάθε μέρα σου γράφω και κάθε νύχτα έρχομαι κι αφήνω ένα βλέμμα στο μαξιλάρι σου. Πού κοιμάσαι, πού γυρίζεις; Χάθηκε το φως σου. Χάθηκε το βλέμμα σου. Σαν μπάλα έπεσε με φόρα πάνω στον τοίχο και γυρίζει πίσω πιο δυνατό τώρα αλλά ο τοίχος εκεί. Ορθός και βλάκας. Ως τοίχος. Τώρα που θέλεις να χορέψεις με τα χέρια και όχι με τα πόδια πια. Και να καταργήσεις το χορό. Και τον χώρο. Άρχισα να ζαλίζομαι. Μ’ αρέσει. Χόρεψε και μίλα μου. Σε βλέπω που φοβάσαι. Τώρα που μπορείς να χορέψεις και με τα χέρια και με τα πόδια και με το κεφάλι, φοβάσαι πως δε θέλεις να ξαναχορέψεις πια. Τόσο που ήθελες να φοβηθείς, μ’ άφησες να κρυφτώ τόσο δυνατά που έφταιγα όταν ένιωσα πως δε γινόμουν φόβος. Κοιμήσου αφού μου μιλήσεις και ζήτα μου να σε κοιμίσω. Να σε βάλω για ύπνο. Να σε κρατώ τόσο σφιχτά που να φοβάσαι όλο το βράδυ. Τώρα ξέρω κι εγώ. Και φοβάμαι κι ελπίζω να σε φοβίζω κι εσένα. Και θα χαμηλώσω τη μουσική. Να μη σε φοβίζουν οι ήχοι. Να σε φοβίζω μόνο εγώ. Μόνο εγώ να σε φοβίζω. Κι εγώ θα μεθύσω κάτω από τη βροχή των φόβων που πονούν. Σκεπασμένος μ’ εκείνη τη φλοκάτη που μια ζωή ζεσταίνει το πάτωμα που πάνω του κοιμηθήκαμε μετά από μέρες ξαγρύπνιας -εξευτελισμού για άλλους. Μέρες άγνοιας σ’ ένα τίποτα και κάτι. Σ’ αυτό που παλέψαμε και βάλαμε ένα τέλος άχρηστο και ψεύτικο, γεμάτο ηλίθιες παρακαταθήκες. Μα τι λέω; Τι προσπαθώ να αποδείξω και σε ποιον; Το χαμένο παιχνίδι της παράνοιας και της τρέλλας δίχως όρια. Έτσι νομίζω ότι το λένε. Βλακείες. Ξεσπάσματα της στιγμής, πολλές στιγμές μαζί και απόδειξη -κατάληξη ίσως;- η τρέλλα. Αλλά τι να την κάνεις την εμπειρία. Φοβισμένα μάτια και μαύροι κύκλοι να αποδεικνύουν τις ανεφάρμοστες ελπίδες και τα ισόβια βογκητά. Κλείστε τα φώτα επιτέλους. Να σπάσουν κι οι καθρέφτες. Να σπάσουν και να σπάσουν. Τώρα! ΤΩΡΑ!

ΝΑ ΣΠΑΣΟΥΝ! Όλοι οι καθρέφτες του κόσμου. Όλος ο κόσμος να σπάσει και να μπει σε ποτήρια και να κλειστούν τα ποτήρια στα ντουλάπια του υπογείου και να χωθούν τα ντουλάπια στη γη, στον κάτω κόσμο που είναι ψέμμα. Μόνο λάσπες, νερό κι αλάτι. Άνοιξε και δες. Δεν είναι πολύ μακρυά η πόρτα του τάφου. Όχι δεν είναι τάφος πια. Είναι εκείνο το απαίσιο και φριχτό ανεμοκατέβασμα (ανεβοκατέβασμα λες;) της απέραντης καλοσύνης σου. Ναι, αυτό είναι. Δε μιλάς πια και καλά κάνεις. Άνοιξε όμως να δεις. Μην κρυφοκοιτάς. Πρέπει να δεις και να σε δουν που βλέπεις. Είναι ανάγκη για την ώρα. Δεν ξέρω σε τι θα μετασχηματιστεί. Τι θα γίνει από δω και πέρα. Από δω και πάνω μάλλον. Εκείνος ο αρουραίος που σου διηγούμουν κάποτε -άλλες εποχές αυτές- τα ’φαγε τα ψωμάκια του. Κι εμείς. Αλλά εμείς είμαστε κάστορες. Παιδιόθεν. Κοίτα και θα τις δεις τις γάτες που σε απειλούν με τα μουστάκια τους. Εγώ δεν ξέρω να ζω πολύ. Μόνο λίγα πράγματα μπορώ να σου πω και καλά θα κάνεις να βγεις και να δεις. Έστω να βγάλεις μόνο το κεφάλι σου. Αλλά ξεκάθαρα πράγματα. Όχι λαθροοράσεις και τα ρέστα. Να σε βλέπουν και να είσαι περήφανος. Μια πετριά από δω μια από κει’ πού να σταθείς. Μπορείς, δεν μπορείς. Και να μπορούσες δηλαδή πού να βρεθεί ίσκιος. Ούτε ήλιος έμεινε. Ούτε μύτη που να μην άνοιξε. Αίματα και μύξες. Μη σιχαίνεσαι. Δεν κάνει καλό στην λαθροφθαλμία που θες να αποκτήσεις. Θέλεις δε θέλεις. Η θάλασσα δεν μπορεί να σηκώσει τίποτα. Η θάλασσα τέλος. Γι’ αυτό σου λέω: βγάλε το κεφάλι σου τουλάχιστον και δες. Να σε βλέπουν όμως. Σ’το ξαναλέω. Κι αν ξανασυναντήσεις τους αρουραίους, μην τους δώσεις σημασία. Δεν υπάρχουν κι αυτοί όπως κι η θάλασσα. Μαζί πάνε αυτά. Ομού, λέγαμε στο σχολείο. Κι αυτή η ζέστη δε λέει να κοπάσει. Κουράστηκα να περιμένω το χέρι που το φυσάει ο αέρας και το στέλνει στο διάολο. Όπου να ’ναι θα ’ρθει. Εσύ εκεί: βγες και δες. Να σε βλέπουν που κοιτάς. Εντάξει; Μη ρωτάς για μένα: εμένα δε με φοβίζει τίποτα πια. Έχω καταργήσει το φόβο και τώρα δεν έχω την ανάγκη να φοβηθώ. Δεν υπάρχει η διέξοδος απ’ τον κόσμο της αφοβίας. Σε τούτη τη στιγμή θέλω να πιω και να φωνάξω αληθινά, για πρώτη φορά. Να φοβηθούν οι άλλοι απ’ τις φωνές. Να γλυτώσω από κείνους που λυπούνται αυτόν που του λείπει κάτι. Να γίνει τώρα η ζήλια λύπηση. Κι η λύπηση μοναξιά. Je sais la réponse.

Attende.

Jattende και πάω. Κι ας είναι το άλγος στο νόστο θυσιασμένο.

χωρίσεμεις

Γιατί πώς αλλιώς, αφού φοβήθηκε ο πόνος να ξεσπάσει και έβαλε ασπίδα στο πρόσωπο τα χέρια. Γιατί έπαψες να με ρωτάς; Τώρα κατάντησα να μη θυμάμαι την απάντηση και σε λίγο δε θα την ήξερα ποτέ. Πάνω από το φαροφύλακα κρέμεται ακόμα εκείνο το κοπίδι, κι εκείνη η αράχνη που ζούσε μέσα στην τσέπη του, έγινε ρολόι και του θυμίζει τη θάλασσα χωρίς εμάς. Χωρίς εμάς κι εμείς χωρίς εμείς, χωρίσεμεις, χωρίσαμε, χωρίσεμας, χώρισέ μας.Παραληρηματικές ονειρώξεις κι οι φύλακες του δέρματος, οι θύλακες έπρεπε να πω;, ανοίγουν τόσο που να ξαναχωρέσουν το μαύρισμα που έκανες κάτω από τη λάμπα που βλέπαμε τα γράμματα του παιδιού που βγήκε από σένα και, ω της συμπτώσεως, ήταν και δικό μου. Κι ο έρμος ο Ερμής, μικρούλα μου, γελά γιατί ξέρει να μετρά τις γέννες με τα φτυάρια και τις αξίνες που κρατά στα χέρια της η ερωμένη τού Άδη. Άδης. Άδειος. Ναι! Υπάρχει ο Άδης χωρίς να χρειάζεται να τον φιλά αυτή η πόρνη θεΐνα. Μην αναρωτιέσαι πού γέννησες απόψε.

Τα ξέρω όλα χωρίς να με ρωτά κανείς, μιας και η αλητεία των θεών ξέρει τι έμεινε κανείς να ξέρει χωρίς να τον ρωτούν. Χωρίς να τον ρωτούν τι πρέπει να θυμάται. Κι εγώ από ’δω και πέρα θα υπακούσω πιστά στο παιχνίδι τους, αφού ένα παιδί γεννήθηκε κι εγώ συμπίπτω με την ώρα. Τέλος για τους σταυρούς, τέρμα οι αντιπαροχές των αμαρτιών που έχτιζαν οι άγγελοι παραδείσους χωρίς θεούς, αφού οι θεοί, αγράμματοι, δεν έχουν ποιον να τους σχωρέσει. Χαρούμενες στρατιές ερωτευμένων χοροπηδούν πάνω στα αντικείμενα του έρωτά τους. Κι εσύ από εκεί που συνεχίζεις να γεννάς και να γεννάς και να γεννάς, άμορφή μου, κι εγώ -λυτρωμένος πια από συμπτώσεις- βάλλω εναντίον αυτών που περίμεναν τον έρωτα και ο ηλίθιος ήρθε. Ήρθε ο απατεώνας και ήταν όπως τον περίμεναν. Καμμιά έκπληξη. Καμμιά κατάρα. Όλα όμορφα κι ωραία. Μιμήσεις πράξεων σπουδαίων και τελείων δε θέλατε; πάρτε τώρα να ’χετε μια ακόμα ζωή ίδια μ’ αυτή που ζείτε.

Ηδονισμός και σταυροκόπημα με χέρια γεμάτα τέλος. Με πονούν οι συμπτώσεις. Με πονούν οι συμπτώσεις, μάζα μου. Αποδείξεις μιας ζωής που χώθηκε και σκεπάστηκε για πάντα σε μια άμμο ακίνητη.

Ας ήταν τουλάχιστον κινούμενη να παίρναμε και κανέναν άλλον μαζί μας. Έστω και δια της βίας.