Stephanie Norgate & Patience Agbabi [1 + ένα ποιήματα]

ΓΕΝΝΗΣΗ – ΣΤΕΦΑΝΙ ΝΟΡΓΚΕΪΤ

Μια ιστορία που τα παιδιά αρέσκονται ν’ ακούν
μα δεν μπορούν ποτέ να θυμηθούν.
“Γεννήθηκε στις…” ένα βιογραφικό σημείωμα
που δε λέει τίποτε απ’ τη δεκεμβριάτικη μέρα
που η δεκαεξάχρονη μητέρα σου και ο πατέρας σου
παλεύουν με το ψύχος,
βουλώνοντας τα κενά στο σοβά
με της γιαγιάς του το κουρελιασμένο μισοφόρι,
απλώνοντας κασκόλ και παλιές κάλτσες
στις κάτω ρωγμές στις πόρτες,
ανάβοντας το γκάζι που στάζει
αδιάκοπες φλόγες κατά μήκος όλων των τοίχων.

Όταν βγαίνεις στον κόσμο γλιστρώντας,
σ’ ονομάζουν Μυρτιά
για χάρη του αγροτόσπιτου που διαρρέει η φωτιά και η βροχή
την ώρα που η μητέρα σου πλένει
το σώμα της με νερό απ’ την πορσελάνινη στάμνα
και ο πατέρας σου γεμίζει την πίπα του
και ανησυχεί και βήχει
αναλογιζόμενος πόσο στ’ αλήθεια είναι άντρας
τώρα που έχει παιδί. Μα εσύ δεν μπορείς ν’ ανακαλέσεις
τίποτε απ’ όλ’ αυτά: Τη γριά Νταίζη, τη μητριά της μητέρας σου,
να φέρνει σ’ αμηχανία τη μητέρα σου
με μια τσιγγάνικη ευλογία
και μερικά αυγά απ’ τη χήνα.

Πριν απ’ τ’ άλλα έξι παιδιά,
πριν απ’ τα εξήντα-τη-μέρα τσιγάρα Senior Service,
πριν απ’ τ’ άλογα,
ήσουν εσύ κι αυτοί μόνον, και, μετά τη βροχή,
ο χειμωνιάτικος ήλιος λευκαίνει τη γενειάδα του γέρου
αυτήν που καλύπτει το χώρο απ’ την οξιά στο έλατο στην οξιά
ιχνηλατώντας όλον τον απόκρημνο λόφο, και να σου
η μητέρα σου, ματωμένη, τραγουδώντας
με τα ξέπλεκα μακριά της μαλλιά,
έτσι όπως πάντοτε ήθελες να θυμάσαι.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

ΦΑΕ ΜΕ – ΠΕΪΣΕΝΣ ΑΓΚΜΠΑΜΠΙ

Όταν έκλεισα τα τριάντα, μου έφερε μια τούρτα,
τρία στρώματα κρούστας, σπιτική,
ένα κεράκι για κάθε έξι μου κιλά.

Η κρούστα ήταν λευκή μα τα γράμματα ροζ,
έλεγαν, ΦΑΕ ΜΕ. Κι εγώ έφαγα, έκανα
ό,τι μου είπε. Δεν τη γεύτηκα καν.

Μετά μου ζήτησε να σηκωθώ και να κάνω
ένα γύρο το κρεβάτι έτσι που μπορούσε να βλέπει τη μεγάλη
κοιλιά μου να πηγαίνει πέρα δώθε,  τους γοφούς μου ν’ ανεβοκατεβαίνουν σαν μεγάλο φορτηγό.

Όσο παχύτερη, τόσο το καλύτερο, θα ‘λεγε, μ’ αρέσουν
τα χοντρά κορίτσια, τ’ απαλά κορίτσια, εκείνα που μπορώ να φωλιάσω μέσα τους
με πολλές δίπλες στο πιγούνι, μ’ ένα σωρό κυτταρίτιδα
.

Ήμουν το τζακούζι του. Αλλ’ εκείνος ήταν ο μάγειράς μου,
η μοναδική μου απόλαυση η επίθεση του fast food,
η δική του, να με βλέπει να φουσκώνω σαν απαγορευμένος καρπός.

Το σαρκώδες τροπικό του φρούτο. Το έρημο νησί του μετά από ένα ναυάγιο.
Ή μια αδύναμη φάλαινα σ’ ένα τεράστιο κρεβάτι
ποθώντας ένα κύμα. Ήμουν ένα παλιρροιακό κύμα από σάρκα

πολύ χοντρή για να φύγω, πολύ χοντρή για ν’ αγοράσω ένα λίτρο ολόπαχο γάλα,
πολύ χοντρή για να χρησιμοποιήσω το λίπος σαν μια συναισθηματική ασπίδα,
πολύ χοντρή για ν’ αποκληθώ ευτραφής, γεμάτη θαλπωρή, εύσωμη.

Τη μέρα που έκλεισα τα τριάντα εννιά, τον άφησα να θωπεύσει
το γιγάντιο σαν την υδρόγειο μάγουλό μου. Η σάρκα του, η σάρκα μου έγιναν χείμαρρος.
Είπε, άνοιξε όσο μπορείς, έχυσε ελαιόλαδο στο λαιμό μου.

Σύντομα θα ‘σαι σαράντα… ψιθύρισε, και πώς
θα μπορούσα να μη γυρίσω καταπλακώνοντάς τον. Γύρισα κι εκείνος πνίγηκε
στη σάρκα μου. Έπνιξα τον ήχο της θανατικής του καταδίκης.

Τον άφησα εκεί για έξι ώρες που ένιωσα σαν μια βδομάδα.
Το στόμα του ανεπαίσθητα ανοιχτό, τα μάτια του πρησμένα απ’ την απληστία.
Δεν έμεινε τίποτ’ άλλο φαγώσιμο μες στο σπίτι.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Advertisements