Νίκος Ερηνάκης und die Haken

 

Ο Νίκος Ερηνάκης είναι ποιητής. Νέος ποιητής. Ποιητής που έρχεται. Εδώ, κάνει κι άλλα. Πιο πολλά. Λιγότερα απ’ όσα είναι έτοιμος να κάνει. Ναι.

Ντίνος Χριστιανόπουλος | «Μνήμη Πολυτεχνείου» | photo by ©Paolo Pellegrin

 

«Το πάρκο του Νοέμβρη με τα πεσμένα φύλλα και οι φοιτητικές πορείες με τα ξεθυμασμένα συνθήματα μου φέρανε στο νου το λοκατζή τον Γιάννη. Ήταν οι μέρες με τα γεγονότα· τον είχα χάσει. Όταν τον ξαναβρήκα, “Ήμασταν στην Αθήνα”, μου είπε· “μας πήγαν στο Πολυτεχνείο και τα κάναμε γυαλιά-καρφιά. Δυο μέρες σπάναμε, τίποτα όρθιο δεν αφήσαμε ― κατάλαβες: δήθεν οι φοιτητές”. “Καλά, εσείς δε δείρατε, δεν μπαγλαρώσατε;” ρώτησα ταραγμένος. “Όχι, αυτά τα κάναν άλλοι, από πριν”. Έφυγε ένα βάρος από πάνω μου: άσκημο πράγμα να ’χεις φίλους πραιτοριανούς, να αγκαλιάζεις πόδια που κλοτσούσαν θύματα πριν από λίγο.»

λεξήματα: Notes de passage | Αποστόλης Αρτινός

Η εκδήλωση της ποίησης είναι μια εκδήλωση μέθης, μιας τρελλής μέθης της γλώσσας. Και το ποίημα το μόνο ορατό ίχνος αυτής της μέθης.

Δεν είναι αποκάλυψη το ποίημα, είναι η φανέρωση της απόκρυψης, η θεωρία του μη ορατού, του μη διαθέσιμου νοήματος.

Σ’ αυτή τη σιωπή του νου, τη πιο βαθιά πλέον σιωπή, όπου ο λόγος αναπληρώνει τη ζωή και αναστέλλει το νόημα, η γλωσσική παράβαση του ποιήματος είναι στην πραγματικότητα μια παράβαση καθολική, μια παράβαση όλων των ανθρωπολογικών δυνατοτήτων.

Ίσως το ποίημα να είναι έτσι για τον άνθρωπο αυτό το ενδεχόμενο, το μοναδικό ενδεχόμενο, ενός ακέραιου πένθους.

Δειγμα:

Σαφέστατα μιαν άλλη εποχή
πιο μακρινή απ’ αυτή την αυγουστιάτικη νύχτα
τα ποιήματα θα γράφονται σε πιο απλό επίπεδο
Στο μεταξύ προσέξτε αυτούς τους ατημέλητους ρυθμούς
διασκορπίστε τους
και διασχίστε ήσυχα τη βία της αναμονής τους

 

λεξήματα: Notes de passage.

Ποίηση ολιστική | Γιάννης Δούκας | Η Αυγή online

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ, Στα μεσα συνορα, εκδοσεις Πολις, σελ. 68

O λόγος της λογοτεχνίας -της ποίησης, εν προκειμένω- είναι ένα διαρκώς ανανεούμενο στοίχημα -και δίλημμα;- μεταξύ της (ακραίας) μορφής τεχνικής του και της (ακραίας) μορφής ελευθερίας της υπόστασής του. Ο μοντερνισμός, έστω και στη μετανεωτερική εποχή, παλεύει ακόμα να δημιουργήσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα επιβιώσει, ως το τελευταίο σύστημα παραγωγής λόγου με συγκεκριμένα και αυστηρά κριτήρια. Κι όμως· ο μεταμοντερνισμός δεν κατάφερε, όσο κι αν τον στηρίζουν κάποιοι εξ ημών με ό,τι μέσα διαθέτει ο καθένας, παρά να πάρει το δεύτερο συνθετικό του από ένα υπάρχον και προσώρας θαλερό κίνημα. Υποψιάζομαι, αυτό το στοίχημα/δίλημμα είναι αδιάλειπτα παρόν γιατί, κατά τα φαινόμενα, δεν έχει βρεθεί το σημείο όπου σταματά ο λόγος να διασώζεται ως ένα αύταρκες σχήμα, ως ένα σχήμα που επιβιώνει, όχι για λόγους αυτοσυντήρησης αλλά για λόγους αυθυπαρξίας.

Ο Γιάννης Δούκας, στην πρώτη του ποιητική συλλογή, διατηρεί άσβεστο αυτό το στοίχημα και το επαναφέρει, δίχως καμία υποχώρηση, πολλώ δε μάλλον υποψία αυθεντίας. Στα ποιήματά του, όλα έμμετρα και απολύτως ρυθμικά, επιστρέφει σε μιαν ακραία μορφή τεχνικής, με πλήρη ωστόσο την απουσία οποιασδήποτε αγκύλωσης και συμβιβασμού σε μορφές και επιλογές που απλώς θα ήθελαν να εξυπηρετήσουν το μέτρο και τον ρυθμό. Η επιλογή βέβαια αυτή του Δούκα δεν μπορεί παρά να φέρνει στον νου του αναγνώστη του ότι η αδυναμία του τελευταίου να φανταστεί για ποιον λόγο γίνεται αυτή η επιλογή αυτομάτως μετατρέπεται σε βεβαιότητα ότι ο λόγος, αυτό που έλεγα στην αρχή, είναι ένα ενιαίο σχήμα έκφρασης, ένα κοινό κελάρι, απ’ όπου ο κάθε δημιουργός, κάθε φορά, ανασύρει οτιδήποτε μπορεί να επιβεβαιώσει αυτόν τον κανόνα· τον κανόνα της ενότητας.

Φανέλες κυανέρυθρες και κόκκινες σημαίες

Συνθήματα που γράφουμε κι αμέσως θα σβηστούν

Θρησκείες τις βαφτίσαμε, μα ήταν παρέες

Παρέες ποιοι θα διάλεγαν, αλήθεια, ν’ ασπαστούν;

(«Ωκεανίδων και Ευρυδάμαντος»)

Η πολιτική διάσταση των ποιημάτων του Δούκα έχει τον πρώτο λόγο. Το καθετί είναι τόσο πολιτικό όσο του αναλογεί να είναι· το καθετί έχει τέτοια πολιτική διάσταση όση δικαιούται να έχει οτιδήποτε συμβαίνει στον μέσα και στον έξω κόσμο μας και επηρεάζει, στον βαθμό που μπορεί, το περιβάλλον μας. Δεν είναι μανιφέστο ούτε καταδικαστική απόφαση αυτά τα ποιήματα· είναι το καλό χώνεμα μιας εμπειρίας που συνεχώς διεκδικεί την επιστροφή της στο αρχικό κίνητρο του δημιουργού, ο οποίος παραμένει εντός της σύγχρονης πραγματικότητας – όπως και το κίνητρο της δημιουργίας του βέβαια. Το Στα μέσα σύνορα αδυνατεί να δώσει τελεσίδικες λύσεις, γιατί, απλούστατα, αυτές δεν υπάρχουν. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Γιάννης Δούκας, ενώ μερικές φορές μοιάζει να γνωρίζει απαντήσεις, κυρίως αναδημιουργεί ερωτήματα για καιρό ξεχασμένα· επαναφέρει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τον σαρκασμό έναντι οποιασδήποτε αυθεντίας, αντικαθιστώντας τα με το -πικρό πολλές φορές- χιούμορ της ροκ εκφραστικής διάστασης της ζωής.

Ο Λένιν ζει

Στην Άπω Ανατολή

Τρώει ξερό ψωμί και το ξερνάει

Τα σύνορα περνάει

Αλλά στο τέλος πιάνεται

Γίνεται σκόνη του καιρού

Και μες στον κόσμο χάνεται

(«Ο Λένιν ζει»)

Αυτή η ροκ εκφραστική διάσταση είναι που συντείνει, μεταξύ άλλων, στην προέλαση της υπαρξιακής αγωνίας που εντοπίζεται στη συλλογή. Ανεξάρτητα απ’ οποιαδήποτε στιγμή στο κείμενο, η πάλη για την υπαρξιακή εγκατάσταση σ’ έναν κόσμο που καταργεί βεβαιότητες κι αυτονόητα διαχέεται σαν ένα τραγούδι που ναι μεν έχει βρει τον ρυθμό του, ακόμα όμως ψάχνει -και ποτέ δεν θα σταματήσει να το κάνει- το τελικό και επικυρωμένο του περιεχόμενο. Υποψιάζομαι, πάλι, ο Γιάννης Δούκας δεν αναζητά λύσεις και εντελείς απόψεις· αυτό που φαίνεται ότι συμβαίνει είναι η αναπόσπαστη προσήλωσή του στην ακύρωση της αιώνιας αφοσίωσης σε ανθρώπους, πράγματα και ιδέες και στη μεταμόρφωση αυτής της αφοσίωσης σε καθημερινή δοκιμασία.

Playmobil στα γόνατα κάποιας απτέρου νίκης

Στους κίονες που μοιάζουνε σαν lego των νηπίων

Ο νους μας αποσπάσματα αρχαίων ερειπίων

Φωτογραφίζεσαι, γελάς. Ανήκεις; Δεν ανήκεις!

(«Playmobil»)

Και, τελικά, ένα ερώτημα: Γιατί έμμετρα ποιήματα; Γιατί ποιήματα με ομοιοκαταληξίες, σαν τραγούδια; Γιατί, στην εποχή, όπως λένε ένθεν κι ένθεν, του μεταμοντέρνου σκεπτικισμού, ένας νέος ποιητής επιλέγει να γράψει με τον παραδοσιακότερο τρόπο; Μίλησα ήδη για το ενιαίο της γραφής· να ο πρώτος λόγος. Ας προστεθεί πως ο Γιάννης Δούκας δεν κάνει, σε καμία περίπτωση, τα ποιήματά του να μοιάζουν «παραδοσιακά» ή, εντέλει, ξεπερασμένα. Επίσης, αυτός είναι ένας τρόπος να τονιστούν οι λέξεις περισσότερο· είναι ένας τρόπος να διαφανεί η σημασία της κάθε λέξης και του ρόλου που παίζει καθεμιά απ’ αυτές σε κάθε στίχο, σε κάθε τίτλο, σε κάθε γύρισμα του νοήματος. Η ευκολότερη απάντηση θα ήταν να πούμε πως ο ποιητής συνομιλεί με την παράδοση. Σε καμία περίπτωση! Ο Δούκας απλώς τη χρησιμοποιεί, τελικά, ως ανάγκη· δεν συνομιλεί μαζί της· τη φέρνει στο σήμερα και την κάνει ένα νέο πεδίο, στο απόλυτο σήμερα.

Η ποιητική συλλογή του Γιάννη Δούκα είναι ένα ορόσημο απόσχισης της ποίησης και της έκφρασης του λόγου της από στεγανά και κλισέ. Είναι, πάνω απ’ όλα, μία συλλογή που δεν σταματά στις λέξεις και στα πράγματα· προχωρά, με τον δικό της τρόπο, κι έρχεται αντιμέτωπη με οποιονδήποτε σκεπτικισμό, μετατρέποντας την οποιαδήποτε αμφιβολία για τη δυναμική του λόγου ως σύγχρονου πολεμικού εργαλείου σε μια διανοητική και πλήρη αισθήματος παρέμβαση για τον σύγχρονο άνθρωπο ως όλον. Μία συλλογή που επιτυγχάνει, τελικά, ν’ αποκρύψει τον δημιουργό και να βγάλει μπροστά το ποίημα, ασυμβίβαστο μέσα σ’ έναν κόσμο γεμάτο καθημερινούς συμβιβασμούς.

Ο Δημήτρης Αθηνάκης είναι ποιητής

Ποίηση ολιστική – Η Αυγή online.

[ Άτιτλο ]

[ Σε σένα, Θ.Γ. ]

Μια μέρα, κι εγώ έτσι θα φύγω ― είπε.

Για να χωθεί σε κείνο το παλτό·

δεν του έκανε, του ήταν στενό,

δεν χωρούσε όλες τις εκδρομές της ζωής του.

 

Θα φύγει, είπε· κι έφυγε.

Χώρεσε τσιγάρα και καλώδια, πολλά καλώδια,

σε μια τσάντα· μα πού θα πας μεσημεριάτικα;

Το ερωτηματικό έμεινε να αιωρείται,

θαρρείς και τα σημεία στίξης είχαν μετατραπεί

σε πνιγμένα μωρά στη μέση της Αδριατικής.

 

Κι έφυγε ― δεν του το συγχώρησες.

Όχι ― του το συγχώρησες.

Αυτό το παλτό ήταν το δικό σου και θέλησες,

όπως ήταν βεβαίως φυσικό,

να μείνουν τα καλώδια, πολλά καλώδια, στα χέρια σου,

όταν τα βάζεις στις τσέπες ― εδώ,

για να ζεσταθεί αυτός ― εκεί.

 

Για να μην πνιγεί σαν εκείνα τα μωρά.

Κι έφυγες κι εσύ.

Τώρα, σας χωρίζει μία Αδριατική

κι ένα ποτάμι σχοινιά.

 

Πάν’ και τα καλώδια,

πάει και το παλτό.

30. Ι. 2012

Ν. Σμύρνη

ευτυχία παναγιώτου | μαύρη μωραλίνα

Η Ευτυχία Παναγιώτου, στο δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Μαύρη Μωραλίνα, πειραματίζεται στο πεδίο της εξομολογητικής ποίησης πλάθοντας μια ιστορία για ποικίλες μορφές καταπίεσης, όπως εκφράζονται σε ένα σύστημα αποικιοκρατίας ή ολοκληρωτισμού, αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Στην ιστορία της μαύρης Μωραλίνας, μιας νεαρής νέγρας που αναζητά στο χάρτη το σημείο όπου όλοι οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι, ρόλοι και όρια είναι ρευστά και το μέλλον προμηνύεται επικίνδυνα αβέβαιο. Η μαύρη Μωραλίνα όμως δεν φοβάται πια το ύψος, δεν φοβάται το κενό, ζωγραφίζει στο τετράδιό της ένα τρίγωνο και τραγουδά ένα σπαρακτικό τραγούδι: «Με ανάπηρους τους φθόγγους των πουλιών / νεκρόφιλος κανείς δεν είναι». Πιστεύει με όλο της το είναι πως «ό,τι αντέχει / ανθίζει μουσική». Και τότε φόβος και τρέλα ανοίγονται στην έκσταση.

Η Παναγιώτου, με τη Μαύρη Μωραλίνα, δίχως να αναθεματίζει τις εσωτερικές, προσωπικές διεργασίες, υπερθεματίζει στην πολιτικοκοινωνική αγωνία. Προχωρά ένα βήμα μπροστά και καταθέτει, μέσα σε μια εποχή που ακροβατεί, τη δική της ουτοπία: το προσωπικό και το συλλογικό μπλέκονται γοητευτικά, και ο αναγνώστης διεκδικεί τη δική του θέση στις λέξεις.

Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνικά στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης και γράφει άρθρα σχετικά με τη λογοτεχνία σε περιοδικά και εφημερίδες.

Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα γερμανικά.

Έχει γράψει τη συλλογή ποίησης μέγας κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007).

Η Μαύρη Μωραλίνα είναι το δεύτερο βιβλίο της.

* * * *

(Ποίηση, ISBN: 978-960-04-4122-2, σελ. 72, τιμή: 9,5 €, Δεκέμβριος 2010)

Ο θάνατος μωρό | Anne Sexton


1. Όνειρα

Ήμουν ένα παιδί του πάγου.

Έγινα γαλάζιο του ουρανού.

Τα δάκρυά μου έγιναν δυο γυάλινες χάντρες.

Το στόμα μου έγινε άκαμπτο σ’ ένα βουβό ουρλιαχτό.

Λένε ότι ήταν όνειρο

όμως εγώ θυμάμαι αυτήν τη σκλήρυνση.

Η αδερφή μου στα έξι της

είδε σε όνειρο νυχτερινό το θάνατό μου:

«Το μωρό έγινε πάγος.

Κάποιος την έβαλε στο ψυγείο

κι έγινε τόσο σκληρή όσο ένα παγωτό ξυλάκι».

Θυμάμαι την απαίσια μυρωδιά του λουκάνικου από συκώτι.

Πώς κάθισα πάνω σε μια πιατέλα και ξάπλωσα

ανάμεσα στη μαγιονέζα και το μπέικον.

Η τάξη του ψυγείου

είχε διασαλευτεί.

Το μπουκάλι με το γάλα σφύριζε σαν φίδι.

Οι ντομάτες ξέρναγαν τα σωθικά τους.

Το χαβιάρι έγινε λάβα.

Τα τυριά φιλιόντουσαν σαν του έρωτα θεοί.

Κινιόμουν σαν αστακός,

ολοένα και πιο αργά και πιο νωχελικά.

Ο αέρας ήταν ψιλός.

Ο αέρας δεν μου έκανε.

*

Ήμουν στο πάρτι των σκύλων.

Ήμουν το κόκαλό τους.

Είχα πέσει αναίσθητη στο σπιτάκι τους

σαν φρέσκια γαλοπούλα.

Αυτό ήταν τ’ όνειρο της αδερφής μου

όμως εγώ θυμάμαι αυτή τη διαίρεση στα τέσσερα∙

θυμάμαι τη μυρωδιά του κρεβατιού του πόνου

του πατώματος που ’ταν γεμάτο πριονίδια, τα ροζ μάτια,

τις ροζ γλώσσες και τα δόντια, εκείνα τα νύχια.

Μ’ έσυραν σαν τον Μωυσή

και μ’ έκρυψαν απ’ τα πόδια

δέκα μπουλ-τερριέ απ’ τη Βοστόνη,

δέκα άγριων ταύρων

που αναπηδούσαν σαν τεράστιες κατσαρίδες.

Στην αρχή είχα τριφτεί,

σκληρή σαν γυαλόχαρτο.

Έγινα πολύ καθαρή.

Μετά το χέρι μου έλειπε.

Κοβόμουν σε κομμάτια.

Μ’ αγαπούσαν μέχρι

να πεθάνω.

2. Η κούκλα Dy-dee[i]

Η κούκλα μου Dy-dee

πέθανε δυο φορές.

Μια, όταν τράβηξα απότομα

το κεφάλι της

και τ’ άφησα να επιπλέει στην τουαλέτα

και μια, κάτω απ’ τη λάμπα ηλιοθεραπείας

προσπαθώντας να ζεσταθεί

έλιωσε.

Ήταν απελπιστική,

με το πρόσωπό της ν’ αγκαλιάζει

τα μικρά κυρτά χεράκια της.

Πέθανε μέσα σ’ όλη τη λαστιχένια της στωικότητα.

3. Εφτά φορές

Πέθανα εφτά φορές

μ’ εφτά τρόπους

αφήνοντας στο θάνατο να μου δώσει σημάδι,

αφήνοντας στο θάνατο ν’ αφήσει το σημάδι του στο μέτωπό μου,

σταυρωμένο, σταυρωμένο.

Κι ο θάνατος έβγαλε ρίζες σ’ αυτόν τον ύπνο.

Σε κείνο τον ύπνο κρατούσα ένα μωρό του πάγου

και το νανούριζα

και με νανούριζε.

Ω, Μαντόνα μου, κράτα με.

Είμαι μια μικρούλα χούφτα.

4. Μαντόνα

Η μητέρα μου πέθανε

χωρίς νανούρισμα, χωρίς να τη νανουρίσουν.

Βδομάδες στο νεκροκρέβατό της

κοιτάζοντας τον εαυτό της να τραντάζεται πάνω στις μεταλλικές ράβδους,

σαν ένα ψάρι που σπαρταρά στ’ αγκίστρι

κι εμένα χαμηλά όπως με κοίταγε από ψηλά,

αφήνοντας την ιέρεια να χορεύει μόνη,

θέλοντας να κλείσει το κεφάλι μου στην αγκαλιά της

ή ακόμη και να την πάρω στα χέρια μου κάπως

και να χαϊδέψω τα μπλεγμένα γκρίζα της μαλλιά.

Ωστόσο το κουνιστό της αλογάκι ήταν πόνος

μ’ εμετό ν’ αχνίζει απ’ το στόμα της.

Η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη μ’ ένα ακόμη μωρό,

μωρό του καρκίνου, μεγάλο σαν μπάλα ποδοσφαίρου.

Ο πόνος μου αθεράπευτος.

Με κάθε εξόγκωμα και κάθε ράγισμα

η Μαντόνα όλο και λιγόστευε

μέχρι που αυτές οι παράξενες ωδίνες την πήραν.

Τότε το δωμάτιο χρεοκόπησε.

Αυτό ήταν η αποπληρωμή της.

5. Μαξ

Η Μαξ κι εγώ

δυο αδερφές έξαλλες,

δυο συγγραφείς έξαλλες,

δυο καταπονημένες,

κάναμε μια συμφωνία.

Να νικήσουμε το θάνατο μ’ ένα ξυλαράκι.

Να του επιβληθούμε.

Να χτίσουμε το θάνατό μας σαν ξυλουργοί.

Όταν έσπασε την πλάτη της,

κάθε βράδυ χτίζαμε τον ύπνο της.

Μιλώντας ακατάπαυστα στο τηλέφωνο

μέχρι που τα μάτια πέφταν σαν σκιές.

Και συμφωνήσαμε σ’ αυτά τα σιωπηλά μακρά τηλεφωνήματα

ότι όταν θα ’ρθει η στιγμή

θα μιλάμε ορθά-κοφτά,

θα εκσφενδονίζουμε λέξεις κατευθείαν απ’ το ένδον μας,

θα το πάρουμε όπως έρχεται.

Ναι,

όταν ο θάνατος έρθει με την κουκούλα του

δεν θα ’μαστε ευγενικές.

6. Μωρό

Θάνατε,

ξαπλώνεις στην αγκαλιά μου σαν χερουβείμ,

τόσο βαρύς όσο η ζύμη του ψωμιού.

Τα πάλλευκα φτερά σου είναι τόσο ακίνητα όσο το πλαστικό.

Τα μαλλιά τόσο απαλά όσο η μουσική.

Τα μαλλιά στο ηχόχρωμα της άρπας.

Και μάτια φτιαγμένα από γυαλί,

τόσο εύθραυστα όσο ο κρύσταλλος.

Κάθε φορά που σε νανουρίζω

νομίζω ότι θα σπάσεις.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Μάτι γυαλί, μάτι πάγος,

αρχέγονο μάτι,

μάτι λάβα,

μάτι καρφί,

μάτι που σπάει,

πώς με καρφώνεις με τα μάτια σου!

Σαν το βλέμμα των μικρών παιδιών

ξέρεις τα πάντα για μένα.

Έχεις φορέσει τα εσώρουχά μου.

Έχεις διαβάσει την εφημερίδα μου.

Έχεις δει τον πατέρα μου να με χτυπά με καμτσίκι.

Μ’ έχεις δει να σπάω το καμτσίκι του πατέρα μου.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Βυθιζόμαστε μπρος και πίσω

ο ένας μες στον άλλον.

Είμαστε πέτρα.

Είμαστε καμπυλωτοί, μια πιετά

που λικνίζεται, που λικνίζεται.

Έξω, ο κόσμος είναι ένας ψυχρός στρατός.

Έξω, η θάλασσα έχει γονατίσει.

Έξω, το Πακιστάν έχει γίνει μια χαψιά.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Είσαι το πέτρινο παιδί μου

με μάτια μαρμαρωμένα.

Υπάρχει ένας θάνατος μωρό

για κάθε έναν από μας.

Μας ανήκει.

Η μυρωδιά του είναι η μυρωδιά μας.

Προσοχή. Προσοχή.

Υπάρχει μια τρυφερότητα.

Υπάρχει μια αγάπη

γι’ αυτόν τον βουβό ταξιδιώτη

που περιμένει στα ροζουλί του σκεπάσματα.

Κάποια μέρα,

βαριά απ’ τον καρκίνο και τον όλεθρο

θα κοιτάξω προς τη Μαξ

και θα πω: Ήρθε η ώρα.

Δώσ’ μου τον θάνατο μωρό

και τότε θα πληρωθεί

το έσχατο νανούρισμα.

[Μτφρ. Δημήτρης Αθηνάκης – Ευτυχία Παναγιώτου | Δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος της Ποιητικής, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2008.]


[i] Περιώνυμες κούκλες των ΗΠΑ, που έμοιαζαν πολύ με αληθινά μωρά. Εδώ η Σέξτον κάνει λογοπαίγνιο με το Dy και το die [πεθαίνω]. (Σ.τ.Μ.)

Μίλτος Σαχτούρης – 29.03.2005

 

ΠΕΤΡΟΣ

 

Πάλι τί καννιβαλισμὸς αὐτὴ τὴν Ἄνοιξη

λουλούδια καταβρόχθισαν τὶς μέλισσες

πουλιὰ τοὺς φάγαν τὰ ἐντόστια τὰ γεράκια

τὸ τριαντάφυλλο ἔμεινε ὁλομόναχο

κι ὁ μενεξὲς μεταμορφώθη σὲ κηδεία

*

Δὲν ἔχει ἄλλα λουλούδια νὰ σοῦ φέρω

ὅμως μιὰ μέρα θὰ γίνω ὁ μέγας κηπουρὸς

φυτεύω θὰ κλαδεύω θὰ ποτίζω

θὰ ’χω τὸ σπίτι μου πάνω σ’ ἕνα σύννεφο

θ’ ἀνάβω τὰ ὄνειρά μου μὲ τὸν ἥλιο

*

Σήμερα ἀκόμα εἶμαι ἕνας πλοηγὸς

συνένοχος γιὰ τὶς λάσπες τὰ λεμόνια

τοὺς τενεκέδες στὸ νερὸ μέσ’ στὸ λιμάνι

τρελαίνω τὴ σειρῆνα σπέρνω τὸ αἷμα μου

φορῶ γυαλιὰ ἀπὸ πέτρα καὶ μὲ λένε Πέτρο

Anne Sexton – Ερωτικά ποιήματα (Love Poems)

Κατηγορία: Παγκόσμια Ποίηση
ISBN: 978-960-6781-70-4
Ημερ. Έκδοσης: 18/02/2010
Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου
Σελίδες: 112
Εισαγωγή-Επίμετρο: Ευτυχία Παναγιώτου

Η Ανν Σέξτον αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ποιητών που έγραφαν για να ζήσουν. Όταν έγραφε τα  Ερωτικά ποιήματα (1969) εμπνεόταν από το θάρρος μα και τη λάμψη της γυναίκας εκείνης που είχε γνωρίσει το θερμό χάδι της κοινωνικής αποδοχής: το βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα ταλανιζόταν από τις φαντασιώσεις και την ερωτική επιθυμία της γυναίκας που παρέμενε ανέγγιχτη από τον ίδιο της τον άντρα. Στα ποιήματα αυτά πλάθει μια πολυδύναμη γυναικεία περσόνα που μοιάζει σχεδόν αδύνατον ν’ αποτελεί ένα και μόνο πρόσωπο. Με τη φωνή της, άλλοτε σπαρακτική κι οργισμένη, άλλοτε λυρική κι ονειρική, άλλοτε επηρεασμένη από το  κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο κι άλλοτε περιχαρακωμένη στο μικρόκοσμό της, καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας σε περιόδους όπου οι κοινωνικές συνθήκες, ο ρόλος της γυναίκας και ειδικά ο πόλεμος καθιστούσαν τις  ανθρώπινες σχέσεις ιδιαίτερα δύσκολες, δίνοντας όμως άπλετο χώρο στη μνήμη να τις ανασκευάσει και στη φαντασία την ελευθερία να τις αναπλάσει. Η συλλογή περιλαμβάνει τόσο λυρικά ποιήματα, αντικατοπτρισμούς της νοσταλγίας τής ερωτικής αγάπης, που τις πιο πολλές φορές έχει ήδη χαθεί, όσο και πιο τολμηρά, που μοιάζουν με μανιφέστα σεξουαλικής  απελευθέρωσης, υπέρ του έρωτα έξω από τις συμβάσεις του γάμου.

Στο πλαίσιο της αντίληψης για τον έρωτα εντάσσεται και ένα παθιασμένο αντιπολεμικό αίσθημα, ένας αδιαπραγμάτευτος πόθος για την ειρήνη που, σαν την αποστερηθούν οι άνθρωποι, αποκτηνώνονται.

Η γυναίκα στα ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον μοιάζει με μια νέγρα του Βορρά που παλεύει για την ισότητα, την ελευθερία και την αδελφότητα και που σαν μαύρο πρόβατο ξεγλιστρά από την αγέλη. Για να βρει μαζί και τον έρωτα, που είναι δυσεύρετος, για να βρει την αληθινή αφή που είναι δύσκολο όπλο. Γράφοντας ποιήματα σωματικά, διαποτισμένα από την έξαψη και την έξαρση της ερωτικής επιθυμίας και, το πιο σπουδαίο, πλήρως απαλλαγμένα από ιδεολογήματα.

Εφόσον από νωρίς το κατάλαβε: μ’ ένα άγγιγμα ξεκινά η ζωή και μ’ ένα άγγιγμα τελειώνει. Με κάποιον τρόπο όμως κάπως συνεχίζεται.

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η Ανν Γκρέι Χάρβεϊ, γνωστή ως Ανν Σέξτον, γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1928 στο Νιούτον της Μασσαχουσέττης. Η σχέση  της με την ποίηση αρχίζει σε ηλικία περίπου 17 ετών, όταν δημοσιεύει ορισμένα από τα πρωτόλειά της στο ετήσιο σχολικό λεύκωμα. Η Ανν συνεχίζει τις σπουδές της στο Garland School της Βοστόνης, όπου γνωρίζει τον Άλφρεντ Μούλερ Σέξτον ΙΙ  (ψευδώνυμο: Κάγιο), με τον οποίο τελικά παντρεύεται και αποκτά δύο κόρες.

Εξαιτίας των οικονομικών τους προβλημάτων επιστρέφουν στη Μασσαχουσέττη, ο Κάγιο κατατάσσεται στο Ναυτικό και οδηγείται στην Κορέα, ενώ η Ανν εκμεταλλεύεται την εντυπωσιακή εμφάνισή της και παρακολουθεί μαθήματα για μοντέλα στο Hart Agency, εργαζόμενη μάλιστα ως μοντέλο για κάποιο διάστημα. Το 1954, έγκυος στη δεύτερη κόρη της, εμφανίζει έντονα συμπτώματα κατάθλιψης. Πρόκειται για το ξεκίνημα μιας ολέθριας σχέσης της ποιήτριας με το θάνατο, την απελπισία, αλλά και την ποιητική της τέχνη, την οποία αρχικά προσεγγίζει ως θεραπευτική μέθοδο, μετά την παρότρυνση του ψυχιάτρου της δρ Μάρτιν Ορν. Ανάμεσα σε απόπειρες αυτοκτονίας, ψυχωσικά επεισόδια και εγκλεισμούς σε ιδρύματα νοσηλείας, η Ανν Σέξτον εκδίδει το 1959 την πρώτη της ποιητική συλλογή, που τυγχάνει θερμής υποδοχής, όπως και η επόμενη, που κυκλοφορεί το 1962. Το 1965, μετά από επτά χρόνια εξαρτημένης ψυχοθεραπείας, ο δρ Μάρτιν Ορν μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια, γεγονός που κλονίζει τις εύθραυστες, ούτως ή άλλως, βάσεις της ψυχικής της υγείας. Περίπου την ίδια περίοδο γράφει το βιβλίο της Ζήσε ή Πέθανε, για το οποίο  τιμάται το 1967 με το Βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα, συνεχίζει να γράφει ποίηση και να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία σε  Γυμνάσιο της Μασσαχουσέττης. Ακολουθεί ένα διάστημα αναγνώρισης του ποιητικού έργου της με διδακτορικούς τίτλους και υποτροφίες, ωστόσο η ψυχική της νόσος διαρκώς επιδεινώνεται. Το 1973 νοσηλεύεται τρεις φορές, ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της, ενώ η κατάστασή της απομακρύνει σταδιακά από κοντά της και τους πιο επιστήθιους φίλους της.

Στις 4 Οκτωβρίου επιστρέφει στο σπίτι της και κάνει μία ακόμη απόπειρα αυτοκτονίας, επιτυχημένη αυτή τη φορά, στο γκαράζ, μέσα στην κόκκινή της Cougar, αφήνοντας αναμμένη τη μηχανή και το ραδιόφωνο ανοιχτό.

* * *

Αυτό το βιβλίο το έζησα από πολύ κοντά, όπως και ο ποιητής Αργύρης Παλούκας. Αλλά δεν έχει τόση σημασία αυτό. Περισσότερη σημασία έχει να βλέπεις μια ποιήτρια να δουλεύει με όλο το πάθος και την προσήλωση που μπορεί ένας άνθρωπος ν’ αφιερώσει σ’ ένα έργο. Κι αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι σημαντικότερο απ’ οποιοδήποτε ποίημα, απ’ οποιαδήποτε μετάφραση. Ευτυχία, τα σέβη μου. Κι έχουμε ακόμη δρόμο…

Γιάννης Στίγκας | Νικόλας Ευαντινός | Γιώργος Αλισάνογλου | Μαίρη Αλεξοπούλου | Ελένη Νανοπούλου

Η διαρκής πάλη με –και για– το(ν) Άλλο

Γιάννης Στίγκας, Ισόπαλο τραύμα

Αθήνα, Κέδρος 2009, 51 σελ.

Η τρίτη συλλογή του Γιάννη Στίγκα αποτελεί αφ’ εαυτής μιαν ιδιομορφία. Ο ποιητής επέλεξε –με το γνώριμο ορμητικό, καθόλα ποιητικό και εν γένει ανατρεπτικό του ύφος– ν’ απευθυνθεί σε παλαιότερους και νεότερους ποιητές, Έλληνες και ξένους, που, απ’ όσο φαίνεται απ’ τον τίτλο της συλλογής, του έχουν προκαλέσει τραύμα.

Ωστόσο, αυτό το τραύμα είναι ισόπαλο. Πώς όμως φαίνεται αυτό στη συλλογή; Σαν μια απάντηση στα ζητούμενα της πρόσληψης της ποίησης από τον ίδιο τον ποιητή, ο Στίγκας συνομιλεί με τους ποιητές θέλοντας έτσι ν’ αντιμετωπίσει κατάματα την ίδια την ύπαρξη και τις πληγές της. Έτσι, σ’ αυτό τον αγώνα, σ’ αυτή την εσωτερική πάλη, ο διάλογος μετατρέπεται σ’ έναν μελαγχολικό μονόλογο, ο οποίος κρύβει ψήγματα ποιητικής. Κοντολογίς, ο Στίγκας, μ’ αυτή τη συλλογή, δεν αρκείται στην παράθεση των τραυμάτων, ας το πούμε έτσι, αλλά επεκτείνεται και σε δρόμους που βγάζουν σε παράθεση ποιημάτων για την ίδια την ποίηση, καθώς και στην αναζήτηση της επιρροής του παρελθόντος στο παρόν του δημιουργού. Συνεπώς και του αναγνώστη.

Σαρκάζοντας αλλά όχι κοροϊδεύοντας, με μια διάθεση αδιαμφισβήτητα εξομολογητική, ο ποιητής βουλιάζει στον κόσμο, τον δικό του και των άλλων, και αναδύεται όχι κρατώντας τις λύσεις στα χέρια του, αλλά ακόμα αναζητώντας την άκρη που εξαρχής έψαχνε. Κι αυτό, όχι γιατί απέτυχε στο εγχείρημά του, αλλά γιατί η ίδια η ζωή, καταπώς την παρουσιάζει ο Στίγκας, είναι ανυποχώρητα χλευαστική έναντι των παθών της ύπαρξης.

Νικόλας Ευαντινός, Μικρές αγγελίες και ειδήσεις

Αθήνα, Γαβριηλίδης 2008, 48 σελ.

Αυτό που επιβεβαιώνεται συχνά στην ποίηση είναι πως η δομή και η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής ακολουθεί τις (επικοινωνιακές) δομές της κοινωνίας στην οποία ζει. Αυτό συμβαίνει με την αξιοπρόσεκτη εισόδια συλλογή του Νικόλα Ευαντινού.

Ξεκινώντας από ποιήματα που τα χαρακτηρίζει μια αδήριτη εσωτερικότητα, με αναφορές στον κόσμο του ποιητή και στη σχέση του με την ποίηση, μεταφέρεται σε μιαν εξωτερικότητα που χαρακτηρίζεται από την –επιθετική πολλές φορές– κριτική στο σύγχρονο καθημερινό. Ο Ευαντινός χειρίζεται το υλικό του για ν’ απευθυνθεί πρωτίστως στη δική του παρουσία στον κόσμο, αλλά και προσπαθώντας την ίδια στιγμή να θέσει αυτά τα καθημερινά ζητήματα ενώπιον όσων τον περιβάλλουν.

Ο ποιητής είναι ειλικρινής έναντι του εαυτού του αλλά και της κοινωνίας στην οποία ανήκει. Φαίνεται απ’ τα περισσότερα ποιήματα, δίχως εν πολλοίς να καταφεύγει σε κλισέ, πως ο στόχος του καθίσταται σαφής και σαρκαστικός, έστω κι αν μερικά ποιήματα κλείνονται σε μιαν ιδιομορφία, ίσως και ιδιοτροπία: η κατά πρόσωπο αντιμετώπιση του εαυτού και η επίθεση έναντι μιας κοινότητας που, αυτονόητο είναι, πηγάζει απ’ τη μονάδα. Αποφεύγοντας τη χρήση «ποιητικών» λέξεων, ο Ευαντινός φυλακίζει το ωραίο για χάρη του αληθινού, τουλάχιστον όπως ο ίδιος το εκλαμβάνει, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την πάλη του με ό,τι συνιστά την καθημερινότητα του ποιητή. Από ’κεί και πέρα, αυτό που θα μείνει θ’ αποτελέσει ίσως και το κέντρο βάρους των επόμενων βημάτων του.

Γιώργος Αλισάνογλου, Το παντζάρι και ο διάβολος

Αθήνα, τυπωθήτω-λάλον ύδωρ 2008, 92 σελ.

Ο Γιώργος Αλισάνογλου επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της ποίησης που απαιτεί την προσεκτική ματιά του αναγνώστη αναφορικά με την αρχιτεκτονική των ποιημάτων του. Χειρίζεται αριστοτεχνικά τη γλώσσα για να φέρει στο προσκήνιο τις καταιγιστικές σκέψεις του ποιητή, οι οποίες δεν μπορεί παρά να εμφανίζονται λυτρωτικά για τον ίδιο και τουλάχιστον ζωντανά για τον αναγνώστη. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ετερόκλητα, φαινομενικά, στοιχεία για να συνθέσει μία συλλογή που χαρακτηρίζεται απ’ όλες εκείνες τις πειραματικές εξάρσεις που εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, ως κεντρικό διακύβευμα του μεταμοντερνισμού.

Αφηγηματικός κατά το μεγαλύτερο μέρος, ο Αλισάνογλου παλεύει με τις λέξεις και τις εικόνες όταν εκείνες αγωνίζονται να ισορροπήσουν μεταξύ απογοήτευσης και κρυφής ελπίδας, χαράς και έλλειψής της. Δεν κάνουμε αναφορά στη λύπη, αφού ο ποιητής επιδιώκει τον πλήρη εξοβελισμό της. Άλλωστε, τα ποιήματά του μοιάζουν αποφασισμένα να διεκδικήσουν ό,τι κάθε φορά τού λείπει, ό,τι κάθε φορά επιτάσσει η ανάγκη, έστω κι αν η ματαίωση των σχεδίων ελλοχεύει σε πολλά σημεία.

Οι τίτλοι/τραγούδια των ποιημάτων και η ανυποχώρητη εμμονή με το παιχνίδι των τυπογραφικών στοιχείων συνηγορούν στην άποψη πως για τον Αλισάνογλου, τουλάχιστον σ’ αυτή τη συλλογή, η ποίηση είναι ένα συνδυαστικό στοιχείο που μπορεί να αξιώνει απ’ τον αναγνώστη περισσότερες της μιας απολαύσεων. Εξάλλου, ο ποιητής δεν φείδεται συνεχούς συνομιλίας με τον παραλήπτη του έργου του, ο οποίος καλείται να παίξει εν πολλοίς τον ρόλο του Άλλου που ο Αλισάνογλου αναζητά εναγωνίως στη συλλογή του.

Μαίρη Αλεξοπούλου, Σαπφώ 301 [ο σκίουρος και η γριά]

Αθήνα, Γαβριηλίδης 2008, 64 σελ.

Ασπίδα ο έρωτας και η πρωτοκαθεδρία του θηλυκού φύλου στη δεύτερη συλλογή τής Μαίρης Αλεξοπούλου, όπου με ροκ διάθεση και επιθετική ποιητικότητα, με πίστη στην έμφυλη ποίηση, ο χρόνος και ο χώρος καταργούνται δίνοντας τη θέση τους σε δυνάμεις που πηγάζουν απ’ το μυθικό οπλοστάσιο της ποιήτριας.

Η απόγνωση, ενώ αρχικά διατηρείται στον μέγιστο βαθμό, κατά την εξέλιξη των ποιημάτων –που προφανώς συνέχονται απ’ την ίδια ατμόσφαιρα έτσι που να συνοψίζονται σ’ ένα και μόνο ποίημα– αντικαθίσταται απ’ την αντίσταση στην πλήξη και την παρακμή. Έχοντας ως έναν απ’ τους στόχους της να διακρίνει την ιλουστρασιόν γυναίκα ή κορίτσι από αυτό που η εσώτερη φύση επιτάσσει για το θηλυκό φύλο, η Αλεξοπούλου δεν διστάζει ν’ αντιπαρατεθεί με τον ίδιο της τον εαυτό, εν είδει αυτοσαρκασμού αλλά και σαν μια διέξοδο απ’ την περιρρέουσα θλίψη και ανία του σύγχρονου κόσμου.

Μ’ έναν σκίουρο ως αρχιηδονιστή και μια γριά που καθορίζει τις ζωές των άλλων, η ποιήτρια αφηγείται ιστορίες που προέρχονται απ’ τα φανταστικά χωριά Μίκα-Μίκα της Βόρειας Μιακίας, όπου ο έρωτας και η προσδοκία, η απώλεια και οι διέξοδοι μοιάζουν ν’ αποτελούν ένα σύμπαν που μπορεί μεν ν’ απορρέει απ’ το φαντασιακό και την, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, μνήμη της ποιήτριας, ωστόσο στοχεύει κατευθείαν στο αναγνωστικό παρόν που ξεκάθαρα λειτουργεί ως ανάχωμα σ’ έναν κόσμο που δεν μπορεί πια ν’ αφεθεί στα πρωταρχικά του ένστικτα.

Ελένη Νανοπούλου, Ολόγραμμα

Αθήνα, Δρόμων 2009, 62 σελ.

Στην πρώτη της συλλογή, η Ελένη Νανοπούλου επιδίδεται σ’ ένα διαρκές παιχνίδι με το παρόν και το καλά κρυμμένο παρελθόν για ν’ αποδείξει στην ίδια και στον αναγνώστη πως, όταν το μυθικό εμπλέκεται με την τρέχουσα πραγματικότητα, οι λέξεις έρχονται να υπερασπιστούν τις επιλογές που υιοθετεί ο άνθρωπος. Με έναν διάχυτο ερωτισμό που περιβάλλεται από ένα πανταχού παρόν Εσύ, η Νανοπούλου ανατρέχει στη μνήμη για να εξηγήσει το τρέχον. Κι όλα αυτά, έχοντας διαρκώς κατά νου πως το ποιητικό Εγώ δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του, αφού συνεχώς αναδημιουργείται από ένα Άλλο.

Με μια δομή που παλεύει ανάμεσα στην αυτονομία και την αναντίρρητη σύζευξη των ποιημάτων, η Νανοπούλου ταλαντεύεται μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, ίσως και μεταφυσικού, οδηγώντας μας σ’ έναν δρόμο παράδοξο όπου το τέλος του δεν έρχεται με τον έμμονο, θα ’λεγε κανείς, λυρισμό και την επίμονη καλλιέπεια, αλλά με μιαν εικονοποιία που προσπαθεί να επιβληθεί σαν προσευχή ή σαν ικεσία προς ένα Εσύ που άλλοτε παρουσιάζεται ως δυνάστης και άλλοτε ως απελευθερωτής απ’ τους δύσκολους καιρούς.

Αν πολλές φορές ο υπερβολικός τόνος που επικρατεί σε σημεία στη συλλογή δημιουργεί μιαν αντιληπτική σύγχυση, είναι γιατί η ποιήτρια επέλεξε ένα ποιητικό ιδίωμα που θέλει να χαρακτηριστεί από μιαν ορμή. Το αποτέλεσμα αυτής της ορμής μένει να φανεί πώς θα διατηρηθεί. Και βέβαια, μένει να φανεί πώς η ποιήτρια θα συναγωνιστεί με το ίδιο της το έργο στο μέλλον.

[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εντευκτήριο», τ. 87, Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2009.]

Γιάννης Βαρβέρης | Γιάννης Κοντός

Απογυμνωμένη ανθρωπολογία

Σκέψεις για το πρόσφατο έργο δύο σημαντικών ποιητών

Το αναφαίρετο δικαίωμα στην αμαρτία

Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, εκδ. Κέδρος 2009,

σελ. 83, τιμή: 9 ευρώ

Tι θα ’μενε, αναρωτιέμαι, αν μας στερούσαν αυτό το περίφημο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν· αν απογυμνωνόταν ο άνθρωπος απ’ οποιαδήποτε υπόνοια ένθεου στοιχείου, προσδοκίας μιας «άλλης» ζωής, σ’ έναν άλλον κόσμο· αν έμενε μόνος, μ’ ένα περιφερόμενο σώμα – όχι ένα κορμί ξοδεμένο, αλλά ένα σώμα που χαρίζεται εις εαυτόν και αλλήλους. Θα ’μεναν στα σίγουρα τα τελευταία ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη· κι ίσως –απολύτως προσωπική η επιλογή– περισσότερο το ποίημα ο «Λάζαρος μετά το θαύμα», που αναστήθηκε, όπως κι ο άλλος, αλλά στα χέρια τού ποιητή ονειρεύεται τον δεύτερό του θάνατο. Προσοχή: δεν τον προσδοκά· συμβιβάζεται μαζί του επανεκτιμώντας τη ζωή· εμμένοντας στο μεγαλείο της.

Σαν συμφιλίωση με τον θάνατο διαβάζω τα ποιήματα του Βαρβέρη στον Άνθρωπο μόνο. Τον θάνατο ως ρούχο που ο άνθρωπος αναγκαστικά κάποτε θα ενδυθεί – μόνος κι έρημος ήδη στην τρέχουσα ζωή. Σ’ αυτή τη συλλογή, ο άνθρωπος λαμβάνει μορφές απ’ τη Βίβλο· είτε αυτές είναι αγιακές είτε απάνθρωπες. Εμμονικά σχεδόν, ο ποιητής διατρέχει αυτά τα πρόσωπα για να καταλήξει και πάλι στο σώμα – απαλλαγμένο απ’ οποιαδήποτε συνάφεια με το υπερφυσικό. Τονίζοντας, αντίθετα, το αναφαίρετο δικαίωμα στην προσωπική αμαρτία. Άλλωστε, ποιος μπορεί ν’ αγνοήσει την απροσμέτρητη ομορφιά της παραμονής του ανθρώπου στο απόλυτο παρόν, στην αδήριτη εγκατάσταση ανάμεσα σ’ ανθρώπους; Στην επαφή, στο κάτω κάτω, με τον ίδιο του τον εαυτό;

Ο Γιάννης Βαρβέρης θεολογεί, για πρώτη ίσως φορά, αποθεολογώντας και, πρωτίστως, αποθεοποιώντας, αφού πρώτα αντιτίθεται σε ορισμούς και κανόνες όποιας επίσημης Εκκλησίας. Όσο δογματικά θα μπορούσαν τούτα ν’ ακούγονται άλλο τόσο ο απροστάτευτος, απ’ οποιονδήποτε θεό, άνθρωπος μένει να στοχάζεται μόνο το σωματικό παρελθόν του, δίχως καμιάν έγνοια για τα πάθη που πιθανόν του επιφυλάσσουν ένα μέλλον φυλακισμένο στα καζάνια της κόλασης. Ακόμη κι όταν ο Ιησούς δέχεται τον λόγο απ’ τον ποιητή ή μεταφέρεται η φωνή του μέσω του τελευταίου, είναι και πάλι απελευθερωμένος απ’ τα υπερβατικά του διαπιστευτήρια, προκειμένου ν’ αντιμετωπιστεί ως ίσος προς ίσον, αφού, όπως διακρίνεται, ο πόνος μπορεί να ιδωθεί μόνον ως ίδιον του κατόχου της ανθρώπινης ιδιότητας.

Κι όλ’ αυτά μ’ έναν ιδιότυπο, βεβαίως γνώριμο, σαρκαστικό τόνο. Αυτός ο σαρκασμός του Βαρβέρη προϋποθέτει όμως όλη την κρισιμότητα της στοχαστικής αντιμετώπισης του κόσμου ως μεταβατικού σταδίου απ’ τη ζωή στον θάνατο· με μια προϋπόθεση κι εδώ: την ανυποχώρητη παραμονή στη ζωή, με τον θάνατο να χάσκει, μόνος κι αυτός.

* * *

Καταφάσκοντας στο καθημερινό

Γιάννης Κοντός, Ηλεκτρισμένη πόλη, εκδ. Κέδρος 2008,

σελ. 74, τιμή: 12,50 ευρώ

Όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι ο άνθρωπος· στη μοναξιά του να σχοινοβατεί ανάμεσα στα καθημερινά πράγματα, στην (απέλπιδα;) πάλη του να βρει την εξήγηση της παρουσίας στο εκάστοτε «εδώ», στην προσπάθεια να εντοπίσει το μικρό, τη λεπτομέρεια, προκειμένου να επανακαθορίσει την ολότητά του. Ο Γιάννης Κοντός έχει θέσει την ποίησή του στη διάθεση όλων αυτών· έχει βρει εκείνον τον φακό που όχι μόνο μεγεθύνει, αλλά, συνάμα, απλοποιεί ό,τι τάχα μοιάζει περίπλοκο στη ζωή του ανθρώπου. Μ’ έναν πρωταρχικό σκοπό, εικάζω: να οικειοποιηθεί τον φόβο από (και σε) ανθρώπους κι αντικείμενα, αποσκοπώντας σε μιαν ατέρμονα καταπάτησή του.

Αυτό που χρειάζεται, όπως μοιάζει απ’ τα ποιήματα της Ηλεκτρισμένης πόλης, είναι το αγνό, στα όρια του παιδικού, βλέμμα πάνω σ’ ό,τι συναπαρτίζει την ύπαρξη του ανθρώπου, είτε πρόκειται περί έμβιων είτε περί άβιων όντων. Ποιητής της φυλάκισης του καθημερινού ως αδιαμφισβήτητου καθ’ ολοκληρίαν ισχύοντος, ο Κοντός τριγυρίζει σ’ έναν τόπο που είναι φορτισμένος, μπορεί και κατάφορτος, από την αναζήτηση του απλού, του αδύναμου, του συμβάντος που απομένει στον άνθρωπο ως όλο του το βιος. Δίχως καμιά χρήση περίπλοκης λεκτικής καλολογίας, ο ποιητής διεξέρχεται κινηματογραφικά μια ζωή, θαρρείς περιορίζοντάς τη σε μιαν ημέρα: το πρωί, για την καθαρότητα του στοχασμού· το μεσημέρι, για τον χορτασμό του νου· το βράδυ, για την απαντοχή τού καλά κρυμμένου στο σκοτάδι.

Η αποκάλυψη του «συνηθισμένου» θαύματος στην ποίηση του Κοντού είναι χαρακτηριστική. Το αναπάντεχο ξεσκέπασμα της αλήθειας, στο γενικό και το ειδικό, αυτής της ζωής, μέσω της πλήρους απουσίας ωραιοποιήσεων, έχει έναν, τουλάχιστον, στόχο, και μάλιστα χαμένο μέσα σε μιαν ανεξήγητα περίπλοκη «διαδικασία» ζωής: την επιστροφή και την παραμονή μας στο αυτονόητο, σ’ αυτό που υπάρχει γύρω μας, που είναι αφ’ εαυτού όμορφο, αλλά αδυνατούμε να εντοπίσουμε – ή, τελικά, αποφεύγουμε, με δικαιολογίες στηριγμένες στην υποτιθέμενη έλλειψη χρόνου.

Ο Γιάννης Κοντός ακριβώς αυτές τις προφάσεις θέλει να διαγράψει διά παντός. Μοιάζει, με τον απλούστερο (όχι προφανώς απλοϊκό) τρόπο, να επαναφέρει τη μεγέθυνση του αδιόρατου ως μια πρόταση επανατοποθέτησης του ανθρώπου στον κόσμο που ο ίδιος έχει δημιουργήσει, και που ο κόσμος μοιάζει να τον ξεπερνά – ή να τον προσπερνά. Ο ποιητής, στην πλήρη του δημιουργική ωρίμανση, σαρκάζει τις δικαιολογίες: «Λες και δεν ξέρω πού είμαι και συνεχίζω αυτό / το σκουριασμένο ποίημα, ενώ το σπίτι μου / έχει παραδοθεί ήδη στις φλόγες»· και με την ποιητική του τρυφερότητα αγκαλιάζει ξανά τη ζωή, προτρέποντάς μας σ’ αυτήν.

[Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 29/12/2009.]

Απ’ το Παρίσι στην Καβάλα: Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης | Παλίμψηστο Καβάλας

Η πόλη ως αναβρασμός, η πόλη ως απλή καταγωγή

Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης

Από τον Μπωντλαίρ ώς τις μέρες μας

Επιμ. Χριστόφορος Λιοντάκης

Καστανιώτης 2009

Σελ. 397, Τιμή €36,98

*

Παλίμψηστο Καβάλας

Ανθολόγιο Μεταπολεμικών Λογοτεχνικών Κειμένων

Εισ.-Επιμ.-Ανθολ. Ευριπίδης Γαραντούδης – Μαίρη Μικέ

Καστανιώτης – Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας 2009

Σελ. 301, Τιμή €20,90

*

(Παρίσι) Όλα από κάπου πρέπει να ξεκινούν…

Αναβρασμός. Αλλαγές. Πόνος. Φωνές. Πόσος ακόμη φόβος; Πόσους έρωτες να κρύψει αυτή η πρωτεύουσα, πόσα πάθη να σκεπάσει, πόσα σώματα να ρημάξει; Ο Σηκουάνας μυρίζει κι άλλο· διψάει για αίμα. Όλοι διψούν, αλλά πόσοι θα ξεδιψάσουν; Ο λόφος μπορεί και κρατά ακόμα τη σκιά του. Θα επιζήσει.

…αλλά πόσο έχουμε ακόμα; (Καβάλα)

Οι καπνεργάτες κατακλύζουν το λιμάνι. Από πάνω, η παλιά πόλη, ο φάρος, το πάλαι ποτέ κάστρο του Ιμπραήμ στέκουν και κοιτάζουν. Κανείς δεν ξέρει ποια θα ’ναι η αλλαγή που μέλλει να πλημμυρίσει την πόλη. Οι μυρωδιές ξεχύνονται, ο κόσμος το ίδιο. Πάνω κάτω, όλη μέρα. Τη νύχτα, ηρεμία. Τι μένει; Αυτοί που θα φύγουν και θα ξαναγυρίσουν· κι αυτοί που δεν θα επιστρέψουν ποτέ.

(Παρίσι) Τα άνθη του καλού…

Ο Μπωντλαίρ είχε καταλάβει νωρίς· κι είχε λάβει ήδη την ομορφότερη κατάρα σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι ο Μαλλαρμέ, αλλά αυτός μπορεί να πρόλαβε κάτι παραπάνω. Ο Βερλαίν δεν πρόφτασε το γύρισμα του αιώνα, κι ο Λωτρεαμόν δεν νοιάστηκε. Ο Ρεμπώ κυλίστηκε παντού· θυσίασε όμως όλο του το αίμα· κι εμείς ακόμα πίνουμε. Only good die young. Απολλιναίρ, Λαφόργκ, Κλωντέλ, Βαλερύ, Νοάιγ, ελάτε, μόνο μη μιλήσετε δυνατά, το Παρίσι δεν έχει ακόμα ξεπεράσει τα τραύματά του. Ραντίστε με ιδρώτα λίγο περισσότερο το χώμα του. Ε, αγαπητέ Ρομπέρ Ντεσνός;

…δεν φτάνουν ακόμα στο λιμάνι. (Καβάλα)

Δειλά δειλά, οι λέξεις καταφτάνουν. Ποιητές, πεζογράφοι, βραχύβια περιοδικά, μερικά βήματα. Το μόνο μέλημα: να σωθεί ένα κομμάτι μιας μικρής ψυχής, ίσως της πόλης, των παθών και των λαθών όσων μέλλεται να περάσουν αποδώ. Και να φύγουν.

(Παρίσι) Πρωθύστεροι καημοί…

Συνέρχεται αργά η πρωτεύουσα. Όλο και συσσωρεύεται το πνεύμα, αγαπιέται η πόλη και ο λόφος περικυκλώνεται από «παιδιά». Πόσες φωνές ακόμα; Κάποιος Ζαν-Πολ ποδηγετεί. Μια Σιμόν δεν ξέρει τι να κάνει. Ένας Αλμπέρ ζητάει βοήθεια, αλλά δεν τη χρειάζεται. Κάποιος Πάμπλο κοιμάται ήσυχος, κι ο Αντρέ κουράζεται τις νύχτες. Πάντα όμως ξανάρχονται, όσο κι αν κρύβονται, ο Λαρμπώ, ο Περς, ο Ζαν Ζουβ, ο Ρεβερντύ. Ο Ελυάρ γεμάτος χώματα –μα πού τα βρήκε αυτός ο κύριος;– σιγοψιθυρίζει: «Πλησιάζουμε/Είναι η καρδιά της γης σφιγμένη». Γιατί δεν κάνετε λίγη ακόμη ησυχία, παρακαλώ; Πρέπει ν’ ακούσουμε ξανά τον Αρτώ. Και τον Βιάν.

…τις νύχτες μας ταράζουν. (Καβάλα)

Μεγαλώνει η πόλη. Μέσα κι έξω. Το λιμάνι μυρίζει πιο όμορφα, ο φάρος βρίσκει λόγους να συνεχίσει την περιστροφή του, οι καπνεργάτες γίνονται οι ήρωες της πόλης. Τα μολύβια παίρνουν φωτιά. «Χωρίς φως στη βόρεια πόλη» ο Μάρκογλου, «Φωτογραφία» ο Βασιλικός, «Αποκοτιά» ο Αξιώτης. Δεν μένει τίποτα απλησίαστο. Στο κάστρο τα δέντρα μεγαλώνουν. Η θάλασσα βαθαίνει. Ο Χειμωνάς έχει «την ψυχολογία της καρφωμένης σημαίας». Και ξεκινά η «μετατόπιση του ενδιαφέροντος από μια ποιητική του ληξιαρχείου σε μια ποιητική των διαδοχικών εγγραφών στο σώμα της πόλης».

(Παρίσι) Και ξανά πίσω…

Η Σηκουάνας γίνεται πιο ορμητικός. Αλλά βρομάει περισσότερο. Ποιος νοιάζεται; Ποιος ζητά να καθαρίσουν τα μέσα κι έξω νερά; Ο Σουπώ, ο Μισώ, ο Μπατάιγ, ο Αραγκόν; Ποιος; Ο Πρεβέρ, ο Κενώ, ο Σαρ; Μυρωδιές ολόγυρα στην πόλη. Τα φιλιά, αλλά και τα σάλια. Το νερό, αλλά και τ’ αλκοόλ. Εγώ κι εσύ. Εκείνος ο Μάης.

…εκεί που φεύγει ο στρατός και έρχονται οι στρατιές. (Καβάλα)

Ο Γραμμένος δεν αντέχει τη γύρω ατμόσφαιρα. Ο Αξιώτης τού λέει –ανεξακρίβωτη πληροφορία– πως όλα θ’ αλλάξουν. Η Κυρτζάκη ανοίγει τα φτερά της και ψάχνει τον καινούργιο δρόμο. Ο Καναβούρης δεν νιώθει λύπη, έχει μέσα του πολλή δίψα. Ο Μίσσιος πολεμάει τα σημερινά φαντάσματα· τα χθεσινά τα ’χει αγαπήσει. Ο Χαρπαντίδης έχει τη μανία της πόλης δική του. Και νά ο Γιώργος Χειμωνάς. Αδύνατος, χαμογελαστός, φανατικός, ωραίος. Ο Γιώργος είναι όμορφος. Είναι η ποίηση της ομορφιάς. Τ’ αντίστροφο το ’χει κιόλας κατακτήσει.

(Παρίσι) Ο δρόμος έχει…

Ο χρόνος περνά και χάνεται. Οι ποιητές κουλουριάζονται και παίρνουν δύναμη για να ξαναπετάξουν. Γρήγορα το ’χε καταλάβει ο Μπερζερέ· γρήγορα κι ο Λεμαίρ. Ο Γκραμόν μειδιά, αλλά δεν φωνάζει. Ο Πενσόν ακολουθεί. Στο Παρίσι θα βρέχει για πάντα.

…και κατέχει. (Καβάλα)

Ο Γρηγοριάδης κατεβαίνει απ’ το βουνό του, ερωτεύεται κι εκμοντερνίζει. Ο Ξανθόπουλος απορεί και αγαπά. Η Τριανταφυλλίδου αρωματίζει, γεμάτη ποίηση. Οι αδερφοί Κούφαλη αναστενάζουν. Η Καβάλα ζει ακόμα.

«Σήμερα μπορώ να χαιρετήσω την ομορφιά» (Ρεμπώ)

…χάρις στον Χριστόφορο Λιοντάκη και όλους τους μεταφραστές.

«…άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει» (Χειμωνάς)

…σ’ ένα βιβλίο χάρις στον Ευριπίδη Γαραντούδη και τη Μαίρη Μικέ.

*

[Δημοσιεύτηκε στο 4ο τεύχος του BookPress, Δεκέμβριος 2009.]

νατάσα χατζιδάκι – άδηλος αναπνοή | συνάντησέ την, το βράδυ

Άδηλο σώμα, το βράδυ, αναγεννάται

Μερικές σκέψεις για το έργο της Νατάσας Χατζιδάκι

*

Νατάσα Χατζιδάκι, Άδηλος αναπνοή, Ποιήματα 1971-1990

εκδ. ύψιλον/βιβλία 2008, σελ. 205, τιμή: 14 ευρώ

Νατάσα Χατζιδάκι, Συνάντησέ την, το βράδυ, νουβέλα

εκδ. Πλέθρον 2009 (α΄ έκδοση: Μικρή Εγνατία 1979), σελ. 138, τιμή: 13 ευρώ

Με μιαν ανάσα: ο λόγος, ποιητικός ή πεζός, της Νατάσας Χατζιδάκι, απ’ τις σημαντικότερες φωνές της γενιάς του ’70, είναι σωματικός τόσο όσο το σώμα μπορεί ν’ αντιδράσει και να διαπεράσει, διεμβολίζοντας, τον χρόνο, μέσω μιας πασιφανούς ανυποχώρητης εννοιολογικής αφαιρετικότητας κι ενός γλωσσικού μινιμαλισμού, πολλάκις φορτισμένου.

Το σώμα κινείται μεταξύ ποιητικής έκστασης και πεζογραφικής ολιγάρκειας, αληθινού και ονειρικού (ή μυθικού), ρεαλιστικού και υπερρεαλιστικού. Ένα σώμα φτασμένο στο παρόν γεμάτο μνήμες παρελθόντος και νοσταλγία για το μέλλον – ή για το παρόν που αδυνατεί να παραμείνει αδρανές, όπως και ο αναγνώστης. Διαβάζοντας ταυτόχρονα τη δεύτερη συλλογή της (Ακρυλικά, 1976), που εντάσσεται στην Άδηλο αναπνοή, και τη νουβέλα Συνάντησέ την, το βράδυ (1979), μπορούμε να διαβλέψουμε το διακύβευμα της ποιήτριας: οι λέξεις ποτέ δεν είναι αρκετές, το ποίημα μεγαλώνει, το πεζό γράφεται, οι γλωσσικές επιλογές δεν υποχωρούν ενώπιον του καταιγισμού των περιγραφομένων.

Ακόμη κι όταν το νόημα καθίσταται αδιαπέραστο, η αναλογία διατηρείται στο εξής δίπολο: το σώμα ως περιφερόμενο ηχείο του κόσμου-το σώμα ως επινόηση του κόσμου. Η Χατζιδάκι λαχταρά τη λύτρωση απ’ τον κόσμο, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τα πάθη που αυτός προκαλεί. Οι ήρωες της νουβέλας πατούν σε δύο βάρκες: στη σκοτεινή δικτατορική Αθήνα, στο σκλαβωμένο σώμα και νου, και στην, έστω επίπλαστη, ελευθερία της ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, όπου ο εκφοβισμός του ανθρώπου αντικαθίσταται απ’ τη (δήθεν;) γαλήνη – κι όλ’ αυτά, με υπερρεαλιστικές μεταβάσεις απ’ τον έναν τόπο στον άλλον, δίχως πάντοτε προφανή τρόπο.

Αυτές οι αδηφάγες βάρκες, με ισχυρή κόλλα στον πάτο, να μη φύγει το πόδι απ’ τη μια και περάσει στην άλλη, σχηματοποιούνται έτσι: κάθε αναφορά στην Αθήνα γίνεται με την αφήγηση θανάτου, ενώ σε κάθε αναφορά στην Ευρώπη διακρίνεται ένας διάχυτος ερωτισμός, σχεδόν εμμονικά, ενώ υποδηλώνονται τα ήδη επιλυμένα προβλήματα επιβίωσης. Η μνήμη του σώματος, ανεξάρτητα απ’ τις χωροχρονικές του συντεταγμένες, παραμένει στο προσκήνιο και ακολουθεί τη ροή της, θαρρείς αποκομμένη απ’ ό,τι την περιβάλλει.

Στην πρώτη της συλλογή (Στις εξόδους των πόλεων, 1971), η Χατζιδάκι είχε γερά κρατήματα στην οικονομία του λόγου, προτάσσοντας μιαν ορατή συνομιλία με τον Άλλον, ως αφανή ήρωα του καιρού και της ζωής. Η μαγεμένη γλώσσα, συνάμα με το μαγευτικό πέπλο της παροντικής ζωής ως προσδοκώμενης αθανασίας, χτυπούσε σαν επαναληπτικό καρφί με το πέρας κάθε ποιήματος, ενώ συγχρόνως εμφανιζόταν ένας χορός τους ρυθμούς της συγκρατημένης εξομολόγησης.

Μα η εξομολόγηση ποτέ δεν υποχωρεί. Πώς θα μπορούσε άλλωστε η σωματική γραφή της Χατζιδάκι να δημιουργηθεί έτσι, ώστε να εμφορείται διαρκώς απ’ τη δίψα για παραμονή στον κόσμο των ανθρώπων; (Τα ρητορικά ερωτήματα μοιάζουν περιττά – όσο υποχρεωτική ηχεί η διαδικασία της αναπνοής απ’ όλα τα σημεία του σώματος.) Στην τρίτη συλλογή (Δυσαρέσκεια, 1984), ο λόγος έχει πια μεγαλώσει σε έκταση και νοηματοδοσία. Ο τοκετός της αφήγησης χαρίζει θυμό και ειρωνεία, κι ίσως έναν αδιόρατο φόβο για την παρουσία του ποιητικού υποκειμένου στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Πιθανώς γι’ αυτόν τον λόγο η Χατζιδάκι πηγαινοέρχεται απ’ το «εγώ» στο «εμείς», μ’ ένα ενδιάμεσο «εσύ», το οποίο μεταμορφώνεται επανειλημμένα σε περιβάλλον και εσωτερική φωνή. Το σώμα ντύνεται το ρούχο που του χαρίζει ένας ανεξέλεγκτος κόσμος, το αίμα που κυλά στις φλέβες του αδημονεί να χαριστεί σε πράγματα κι ανθρώπους.

Στη συλλογή Άλλοι (1990), η μόνη που διαθέτει αφιέρωση –πράγμα καθόλου τυχαίο αν αναλογιστούμε τον τίτλο της συλλογής–, το σώμα είναι έτοιμο, σαν από καιρό, να δοθεί στον κόσμο, στους άλλους. Δεν πρόκειται για καμιά παράδοση, για κανένα αλόγιστο χάρισμα – είναι μόνον ο ανηλεής πόθος τού «εγώ» να ενωθεί με τη συνθήκη που το καθορίζει: σώμα και νους ποτέ δεν καταφέρνουν, στην ποίηση της Χατζιδάκι, να μείνουν ξέχωρα.

Επιστροφή στη νουβέλα. Αυτό το έργο μοιάζει πρωθύστερο αναφορικά με ό,τι ακολούθως δημοσίευσε η ποιήτρια. Εδώ, μοιάζουν να συναντώνται τα προηγούμενα και τα επόμενα της νουβέλας (ποιητικά) έργα της, πάντα από την άποψη της μανίας του σώματος να ενδυθεί ή να απεκδυθεί το κοινωνικό, πολιτικό, ανθρώπινο συγκείμενό του. Το μόνο που έχουν ανάγκη οι ήρωες της νουβέλας είναι να ανακτήσουν την αναπνοή τους σ’ έναν κόσμο ελεύθερο, με μιαν αβοήθητη κραυγή κατάμουτρα στον φόβο.

Για το τέλος: είναι έμφυλη η γραφή της Χατζιδάκι. Η γυναίκα δεν είναι όχημα αφήγησης, είναι, καταρχήν, η παρουσία της υπομονής του σπαραγμού σ’ έναν κόσμο που καταπίνει ασύδοτα τους πάντες. Και το έργο της αντιστέκεται με νύχια και με δόντια σ’ αυτό το αβαθές πηγάδι. Έτσι κι αλλιώς, το μόνο που χρειάζεται είναι το λιγοστό φως για την ανάγνωση και το παχύρρευστο σκοτάδι για τον στοχασμό: η σωματική και η ερωτική συνάντηση αναδημιουργούνται και παραμένουν στην ανάγνωση της σημαντικής αυτής ποιήτριας – με όλους τους κινδύνους και την ομορφιά.

Κι ίσως μένει το ερώτημα: Είναι νουβέλα τελικά αυτό το κείμενο; Μήπως παραμένει ένα εκτεταμένο ποίημα που δεν βρίσκει χώρο να χωρέσει; Μήπως ο υπότιτλος («Σημειώσεις για ένα χαμένο μυθιστόρημα») υποδηλώνει ακριβώς αυτό: ότι πάντα επιστρέφει στο Ποίημα;

Ρητορικά ερωτήματα που δεν απαντώνται. Ή που χάνονται μόλις τα ξεστομίσεις…

*

[Δημοσιεύτηκε στην “Αυγή”, Τρίτη 8/12/2009.]

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ: χωρίσεμεις & Matthew και Shirley

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ


Τη Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009, στις 8:00 μμ,

στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης (Φωκίωνος Νέγρη 42),

παρουσιάζονται η καινούργια ποιητική συλλογή

Matthew και Shirley” της Χριστίνας Οικονομίδου

και η πρώτη ποιητική συλλογή

χωρίσεμεις” του Δημήτρη Αθηνάκη.

*

Για τα βιβλία θα συζητήσουν, θα σχολιάσουν και πιθανόν θα αντιπαρατεθούν

η Ελένη Κεχαγιόγλου, υπεύθυνη Λογοτεχνίας των εκδόσεων Ελληνικά Γράμματα,

και η Αργυρώ Μαντόγλου, συγγραφέας.

*

Ποιήματα θα διαβάσει ο ηθοποιός Βασίλης Βλάχος.

*

Οι ποιητές θα παραμείνουν σιωπηλοί μέχρι ν’ ακουστεί κάτι που δεν θα τους αρέσει.

*

Θα σας περιμένουμε όλους και όλες εκεί!

Rainer Maria Rilke

Μια μέρα σαν όλες τις άλλες

Η σοφία του Ρίλκε, Ο οδηγός του ποιητή για τη ζωή

Ulrich Baer (ανθολόγηση)

Μτφρ.: Αλεξάνδρα Νικολακοπούλου, Επιμέλεια: Μαρία Τοπάλη

Πατάκης 2009, Σελ. 414, Τιμή: €15,50

Ώρα 08:00 – «Να σηκώνεσαι χαρούμενος όταν είναι να δουλέψεις»

Ο ποιητής πρέπει να κοιμήθηκε αρκετά καλά καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Το κρασί που ήπιε το προηγούμενο βράδυ ήταν μάλλον καλό, παρότι του το ’φερε ένας φίλος απ’ τα παλιά – δικής του παραγωγής, άρα αμφιβόλου ποιότητας. Πήγε κατευθείαν για την πρωινή του περιποίηση – άλλωστε, το μεγαλείο της ζωής ξεκινά με τ’ απλούστερα πράγματα· όχι; Πήρε ένα αρκετά δυνατό πρωινό· η οικονόμος του πάντα φρόντιζε γι’ αυτό, ήξερε πόσο πολύ το ’χε ανάγκη· σαν έβλεπε πως η υγεία του, αργά ή γρήγορα, θα κλονιζόταν. Κλείστηκε στο γραφείο του. Είχε στοιβαγμένη σε μια γωνιά την αλληλογραφία κι έπρεπε ν’ απαντήσει. Αναρωτήθηκε τι θα ’κανε όταν πια δεν θα μπορούσε ν’ ανταποκρίνεται. Μάλλον θα ’πρεπε πολύ απλά να ζητήσει συγγνώμη γι’ αυτή του την αδυναμία.

Ώρα 09:30 – «Να μπορείς να βοηθάς σημαίνει πάντα να βοηθάς κάπως και τον εαυτό σου!»

Τον παίδεψαν πολύ τα γράμματα που έπρεπε να ολοκληρώσει προς κάποιον νέο ποιητή που ζητούσε τη βοήθειά του. Κρατάει καιρό αυτή η επαφή. Μοιάζει ν’ αντιδρά ο νεαρός, ο ποιητής όμως έχει όλη την υπομονή του κόσμου. Στοχάζεται συνάμα για την υπομονή που ο κόσμος διαθέτει απέναντι στην ποίηση, στην ίδια τη ζωή· στην ομορφιά. Θα προχωρήσει. Το αυστροουγγρικό αίμα που κυλά στις φλέβες του, απόρροια κυρίως της γέννησής του στη σκοτεινή Πράγα, τον βοηθά. Στην Ελβετία, η μέρα βιάζεται.

Ώρα 11:30 – «Είμαστε οι μέλισσες του αόρατου»

Περνά η ώρα, αλλά ο ποιητής αδιαφορεί. Ο χρόνος υπάρχει μόνο στα ρολόγια. Ίσως και σ’ ό,τι αντικρίζουμε στον καθρέφτη. Μπορεί και ν’ αποτυπώνεται στη συνύπαρξη, αλλά η μοναξιά θα μείνει να φρουρείται απ’ τον σύντροφο· η μοναξιά είναι ανένδοτη κι εμείς καλούμαστε να συνυπάρξουμε μ’ αυτή. Ο ποιητής ξέρει ότι πρέπει να φρουρήσει τη μοναξιά του Άλλου για να διασώσει τη δική του. Η ώρα περνά. Ο ποιητής είναι ακόμα μοναχός του. Δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί τις δυσκολίες τής έγχρονης ζωής. Αλλά αυτές υπάρχουν και πάντα θα ’ναι ’κεί για να θυμίζουν, με τον πόνο, την επανασύνδεση με τ’ ορατό και με τον κόσμο. Έχουμε δρόμο.

Ώρα 14:00 – «Η τέχνη είναι μια παιδική ηλικία»

Όταν λίγη ώρα νωρίτερα η οικονόμος τού χτύπησε την πόρτα για να του θυμίσει ότι έχει έρθει η ώρα του μεσημεριανού, ο ποιητής είχε πέσει σε βαθιά περισυλλογή για την τέχνη του. Δεν μπόρεσε να την αφήσει, πάλι, απέξω. Όχι· η τέχνη του είναι κομμάτι των δαχτύλων του, του χρόνου που δεν υπάρχει πουθενά· η τέχνη είναι ακόμα στην παιδική ηλικία κι εκεί θα παραμείνει· γι’ αυτή την αθωότητα παλεύει τόσα χρόνια· σε κανέναν δεν θα επιτρέψει να ενηλικιώσει την τέχνη του και να τη γεμίσει ανάγκες και καθήκοντα. Ο πόλεμος μαίνεται. Ο πλανήτης συνεχίζει να γυρίζει· η γραβάτα χαλαρώνει απ’ την περιστροφή του. Η φύση οργιάζει κι αγνοεί την ύπαρξή μας. Πού να γυρίζεις κι εσύ; αναρωτιέται. Κι επιστρέφει στο καβούκι του· στη σπηλιά του.

Ώρα 17:00 – «…δίνω στο κορμί μου τον κόσμο ολόκληρο για να τον νιώσει…»

Το σώμα απαιτεί να ενωθεί με τον κόσμο. Αν δεν γευτεί και σήμερα όλες τις χάρες του, θα ’ναι μια μέρα χαμένη. Και δεν μένει πολύς καιρός. Θέλει να βγει απ’ το καβούκι του· να παραμείνει όμως στη σπηλιά του. Του είναι ευκολότερο να την πηγαινοφέρνει· είναι πιο δροσερή απ’ το κέλυφος που του ’λαχε. Σκοτεινιάζει. Κάνει και λίγο κρύο, αλλά δεν τον νοιάζει. Γιατί κι η φύση αδιαφορεί. Πονάει λίγο σ’ όλο του σώμα, αλλά δεν έχει χρόνο να εξηγήσει από πού προέρχεται ο πόνος. Ο πόνος είναι αυθύπαρκτος κι ίσως ένα τσάι, λίγο αλκοόλ ενδεχομένως, τον αφήσουν στα χέρια της νύχτας που καταφτάνει.

Ώρα 20:30 – «Είναι τόσο λυπηρό που ο Θεός δεν ήταν καλλιτέχνης»

Σιωπή. Μα πού έχουν πάει όλοι; Δεν κινείται τίποτα μες στο σπίτι. Χρειάζομαι μιαν άλλη γλώσσα, μονολογεί, μια γλώσσα να εξηγήσω τη σιωπή και να προσευχηθώ στον Θεό στην άλλη Του ζωή να είναι ποιητής· ο ίδιος ο Θεός. Να κάνει τον έρωτα πιο εύγευστο για τους ανθρώπους και να τους χαρίσει χέρια μεγάλα, ν’ αγκαλιάζουν, και χείλια σαρκώδη, να φιλούν. Να μην τους νοιάζει μόνον ο νους, αλλά και στο ένστικτο να τριγυρνούν – ο έρωτας χρειάζεται ένστικτο.

Μεσάνυχτα και ένα – «…για να μη βυθιστεί στη σιωπή…»

Άλλαξε η μέρα. Πάλι θα ξημερώσει – ελπίζω να προλάβω. Αν όχι, να με συμπαθάτε: γήινος να ’χεις υπάρξει, ανέκκλητο μοιάζει. Πέφτει στο κρεβάτι. Άλλαξε η μέρα, άλλα όχι τα σεντόνια: εκείνα κουβαλούν τη μυρωδιά τού χθες, τον πόνο και το μελάνι. Πόσες σελίδες χρειάζονται ακόμη;


[Δημοσιεύτηκε στο τρίτο τεύχος του Book Press, Νοέμβρης 2009]

Τζένη Μαστοράκη: «Είμαι ένα όχημα σταθερής τροχιάς»


Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη μιλάει για τη διαδικασία

της μετάφρασης, τα χόμπι, τις εμμονές, τις συλλογές της

Συνέντευξη στην Όλγα Σελλά, Καθημερινή, Κυριακή 22/11/2009

Την ακολουθεί -μάλλον ερήμην της- η εικόνα ενός απόμακρου και απομονωμένου ανθρώπου. Και εξ αυτού ένας μύθος. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη εμφανίζεται ελάχιστα ως καθόλου σε δημόσιες εκδηλώσεις, δεν απασχολεί ποτέ τα ΜΜΕ. Γνωρίζουμε ότι ως ποιήτρια η Τζένη Μαστοράκη είχε κάνει αίσθηση τη δεκαετία του ’70 και τα μόνα δείγματα γραφής της που είχαμε τα τελευταία χρόνια ήταν οι μεταφράσεις της. Θεατρικές και λογοτεχνικές. Την ερχόμενη Τρίτη 24 Νοεμβρίου, στις 7 μ.μ., θα έχει τη δική της βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus για την ποιητική γενιά του ’70, με οικοδεσπότη τον διευθυντή της «Νέας Εστίας» Σταύρο Ζουμπουλάκη.

Η Τζένη Μαστοράκη είναι μια ζεστή, εκδηλωτική, τρυφερή γυναίκα, που μιλάει για ό,τι υπάρχει γύρω της και κάνει τον συνομιλητή της να παρακολουθεί όχι μόνο τη σκέψη της, αλλά, κυρίως, τον τρόπο που χρησιμοποιεί τις λέξεις, τη γλώσσα: με άνεση, με σοφό δισταγμό, με διαρκές ζύγισμα. Είτε μιλάει για τη διαδικασία της μετάφρασης, είτε μιλάει για τα χόμπι της, τις εμμονές της ή τις συλλογές της. Οπως είναι τα λουλούδια που έχει στο μπαλκόνι του σπιτιού της, τα χρώματα που της αρέσουν, τα παιδικά κεντήματα που απεχθάνεται ή η συλλογή με διάφορες εκδοχές θρησκευτικού κιτς που συλλέγει: «Μ’ αρέσουν οι ρώσικες εικόνες, γιατί είναι ένα μικρό πανηγύρι. Είναι σαν ολόκληρα σπίτια, στολισμένα, κλεισμένα μέσα σε τζάμι. Μ’ αρέσει το θρησκευτικό κιτς, όπως μ’ αρέσουν κι άλλα πράγματα που είναι οριακά κιτς».

Η συνάντηση τα είχε όλα. Καφέ, κέικ, κουλουράκια, ξενάγηση στα φυτά στο μπαλκόνι αλλά και στις οικογενειακές φωτογραφίες, στα παλιά αγαπημένα της βιβλία -κόμικς και θρίλερ της δεκαετίας του ’60- και στη διαδρομή της τελευταίας της θεατρικής μετάφρασης («Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ που παρουσιάζεται στη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή). Τι δεν αντέχει; Τα χρονοδιαγράμματα, ακριβώς επειδή δεν αντέχει να μην είναι συνεπής. Κι όταν γράφει ένα κείμενο, οποιοδήποτε, το «φυσάει να κρυώσει» αρκετές μέρες.

Τα συστατικά μιας γενιάς

– Παρότι έχετε πολλά χρόνια να δημοσιεύσετε ποιητική συλλογή, έχετε μια εμβληματική θέση στη λεγόμενη «γενιά του ’70». Ποια ήταν τα συγγραφικά «συστατικά» εκείνης της γενιάς, τι συνεχίζεται και τι έχει τελειώσει;

– Τα μόνα «συστατικά» που μπορώ να σκεφτώ, αφορούν την κοινή καταγωγή μας: Γεννηθήκαμε από ανθρώπους της Κατοχής και του Εμφύλιου. Βρεθήκαμε φορτωμένοι με κληρονομικά τραύματα, πολιτικά και κοινωνικά, που δεν πολυξέραμε τι να τα κάνουμε. Διανύσαμε σχεδόν συνειδητά (στις διάφορες ηλικίες μας) δύο ανεπανάληπτες δεκαετίες, του ’60 και του ’70. Γνωρίσαμε παράλογες απαγορεύσεις κάθε είδους. Μεθύσαμε με όλα τα απαγορευμένα: βιβλία, μουσικές, ταινίες, ιδέες. Νιώσαμε από τις ίδιες τις συνθήκες την ανάγκη να μιλήσουμε δυνατά, δημοσιεύοντας, άλλοι μέσα σε μια στρατιωτική δικτατορία (σπρωγμένοι από τον άνεμο της «Συνέχειας» και των «Δεκαοχτώ Κειμένων»), άλλοι στο χάος μιας μεταπολίτευσης που ήταν και απελπισμένη και κοσμογονική. Προλάβαμε να ζήσουμε, τότε παλιά, μια εποχή όπου τα ποιήματα μπορούσαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο.

Ολ’ αυτά τα κοινά συστατικά καθένας μας τα διαχειρίστηκε με τον δικό του τρόπο και μίλησε με μια εντελώς δική του φωνή. Αλλά τι εννοείτε «έχει τελειώσει»; Τελειώνει ποτέ η ποίηση;

– Μετάφραση και ποίηση. Ποιο από τα δύο συναντήσατε πρώτα στη συγγραφική σας διαδρομή;

– Τα ποιήματα «τα πέρασα» πολύ νωρίς. Τα πέρασα σαν παιδική αρρώστια, που ήρθε, κι έπρεπε να φύγει, και έφυγε, αλλά κάθε τόσο ξαναγύριζε. Υπεύθυνοι για τις απανωτές υποτροπές της είναι οι δάσκαλοί μου πρώτα πρώτα, άνθρωποι σπάνιοι μέσα στα αυστηρά και αλύγιστα σχολεία της εποχής: η κυρία Κουρή στου Ζωγράφου, ο Μανόλης Μαρκουλάκης στον Υμηττό, κι αργότερα στο Τρίτο Θηλέων η πολυαγαπημένη μου Βούλα Μπούντη και ο Ευάγγελος Ξενικάκης. Με εντελώς άλλον τρόπο ευθύνεται και η μαμά μου: που γελούσε στην αρχή, και το ’βρισκε γουστόζικο και της άρεσε, κι έπειτα έπαψε να το βρίσκει γουστόζικο, και στο τέλος άρχισε να μην της αρέσει καθόλου, γιατί ονειρευόταν να με δει μικροβιολόγο. (Αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στις υποτροπές μου.) Τέλος, υπεύθυνος είναι και ο αδερφός μου, που από την αρχή το θεώρησε εντελώς φυσιολογικό, αφού ήμουν αδερφή του. Εχει κι άλλα ονόματα αυτός ο κατάλογος, αλλά ας σταματήσω εδώ.

– Και η μετάφραση;

– Από τα εφηβικά μου χρόνια, χωρίς να ξέρω καλά καλά ποιοι ήταν, είχα μια τεράστια αδυναμία στον Κοσμά Πολίτη και στον Αρη Αλεξάνδρου. Κυνηγούσα το όνομά τους στα μεταφρασμένα βιβλία της εποχής, και ήξερα απέξω ολόκληρα κατεβατά, μόνο και μόνο για τα δικά τους ελληνικά. Ποτέ όμως δεν είχα σκεφτεί να τους «μοιάσω».

Η μετάφραση ήρθε λίγο αργότερα, μια παρόρμηση ήταν: ήθελα να μοιραστώ με δυο φίλους ένα βιβλίο (τη «Φονταμάρα» του Ινιάτσιο Σιλόνε, που τη διαβάζαμε τότε κομμάτι κομμάτι στο Ιταλικό Ινστιτούτο). Δεν την είδαν ποτέ. Κάθε κομμάτι που μετέφραζα, το διάβαζα, απελπιζόμουν και το ’σκιζα επιτόπου. Απ’ όλη αυτή την ιστορία έμεινε η ανάγκη να μοιραστώ, που κράτησε χρόνια, αλλά δεν υπάρχει πια. Την έχει αντικαταστήσει η σπάνια πια, αλλά πολύ πιο ισχυρή επιθυμία να μπω βαθιά μέσα στο κείμενο ενός άλλου.

Μεταφράζω κυρίως πεζογραφία και θέατρο. Λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο. Αυτά τα δυο μ’ αφήνουν να ανασαίνω πιο βαθιά, που θα πει: να ισοζυγίζω κέρδη και απώλειες.

Σταθερή

– Πρόσφατα αλλάξατε τόπο κατοικίας, έπειτα από πολλά χρόνια. Πώς αισθάνεσθε όταν μετακινείστε (κυριολεκτικά και μεταφορικά); Ποια είναι για σας τα σταθερά σημεία αναφοράς (άνθρωποι, αντικείμενα, ιδέες…).

– Είμαι «όχημα σταθερής τροχιάς». Ξέρετε, απ’ αυτά που κινούνται μόνο πάνω σε ράγες, και που έξω απ’ τις ράγες τους δεν έχουν πού να πάνε. Θέλω πάντα να επιστρέφω στο Αργοστόλι και στο Λονδίνο. Κάνω πάντα τις ίδιες βόλτες στο κέντρο (συνήθως με τσιγάρο στο χέρι). Δένομαι υπερβολικά με χώρους και με αντικείμενα. Αγαπάω αμετακίνητα τους δικούς μου ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν τους βλέπω συχνά. Με τις ιδέες τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα: άλλες τις υπερασπίζομαι με πείσμα, κι άλλες, τώρα πια, μόνο από πείσμα.

Μετακόμισα πρώτη (σχεδόν) φορά σε μισό αιώνα. Η καινούργια μου γειτονιά είναι φιλόξενη και γλυκιά, το μπαλκόνι μου έχει κοτσύφια, αλλά η ζωή μου έχει μείνει στην άλλη άκρη της Αθήνας. Είμαι μια προσωρινά εκπατρισμένη δημότις Υμηττού, που επιστρέφει στο μισοάδειο της σπίτι πέντε φορές τη βδομάδα.

«Μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία»

«Είμαι δύστοκη, γράφω πάρα πολύ δύσκολα» λέει η Τζένη Μαστοράκη. «Αν είναι να γράψω κάτι δικό μου, αναβάλλω από μέρα σε μέρα κι ωστόσο το σκέφτομαι όλη μέρα. Οταν δουλεύω μεταφραστικά όμως, είμαι ένας εργάτης που δουλεύει χιλιάδες εργατοώρες την ημέρα, είναι κλεισμένος, την καταβρίσκει, και βέβαια είναι μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία. Ρωτάς, και ξαναρωτάς, και ξαναρωτάς το κείμενο: “Τι θες μωρέ;” Και πάντα υπάρχει απάντηση. Αυτή είναι η σοφία των κειμένων και κυρίως των καλών κειμένων. Για να φτάσω στη μετάφραση του τίτλου «Το ύστατο σήμερα» (σ.σ. ο πρωτότυπος τίτλος είναι The dying of today) έπαιζα με διάφορα πράγματα και τον έδωσα στον Λευτέρη δύο μήνες μετά το έργο, το οποίο σημειωτέον είναι ένα κρύσταλλο και δεν έχεις καμιά απορία. Ο Μπάρκερ είναι ποιητής. Οικοδομεί τον λόγο του ποιητικά με τον καλύτερο τρόπο και με μονάδα τη λέξη. Τακ, τακ, τακ. Ο τίτλος είναι πάντα το πιο δύσκολο κι είναι κάτι που κάνεις τελευταίο. Περιπλανήθηκα σε πολλά: από το «θνήσκων σήμερα», μέχρι διάφορα άλλα.

Πάντα μ’ ένα πράγμα στο μυαλό μου: ότι αν ήθελε ο συγγραφέας κάτι πιο φαντασμαγορικό θα το είχε κάνει. Αυτό το dying of today -κι ακούς και το καμπάνισμά του- έχει μια ησυχία πάρα πολύ περίεργη. Και κάποια στιγμή σκέφτηκα το εξής απλό: η dying breath που λένε οι Αγγλοσάξονες είναι η ύστατη πνοή. Και το βρήκα. Το τύπωσα σ’ ένα φύλλο Α4, πήγα στην πρόβα και λέω του Λευτέρη: ”Κλείσε τα μάτια σου και κοίτα”».

νατάσα χατζιδάκι – άδηλος αναπνοή (ποιήματα 1971-1990) – εκδ. ύψιλον/βιβλία

Η ξενότητα του οικείου

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ*

Κάποτε το υποκείμενο της ελληνικής γλώσσας θ’ αναγκαστεί να παραδεχθεί την ιστορική φάρσα της πολιτισμικής μοναδικότητάς του, και θα ζητήσει την ταυτότητά του στην πολλαπλότητά του, σ’ εκείνο το «Άλλο», το «ξένο», που υπήρξε πάντα ο αποφασιστικότερος παράγοντας για τη διατήρηση του ιστού των πολιτισμικών ταυτοτήτων. Μέχρι τότε, πώς δεξιωνόμαστε ποιητές όπως ο Κάλβος, ο Βιζυηνός, ο Καρυωτάκης, ο Κάλλας, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος, ο Ρίτσος, που είναι Έλληνες -με την επίσημη ελληνοχριστιανική έννοια- σχεδόν εκεί που δεν είναι καθόλου ποιητές; Πώς διαβάζουμε τον Σαραντάρη, τον Καρούζο, τον Κατσαρό, την Όλγα Βότση; Με τα ψίχουλα της εθνοκεντρικής(!) νεο-καντιανής αισθητικής που μάζεψε σ’ ένα ξεροκόμματο όλο κι όλο ο Σεφέρης, ενώ πρόθεσή του ήταν να τα σκορπίσει;

Και πώς δεξιωνόμαστε ένα έργο που αρχίζει με τους αρχαϊκούς στίχους: Μακριά από τον ήλιο/ μακριά από το νερό/ γύριζέ τους την πλάτη/ όταν μπορείς να τα ξεχνάς/ μα μην τους δείχνεις το στέρνο σου/ μην τους δείχνεις τη μάχη σου/ Κρατήσου καλά/ Κρατήσου πολύ/ είναι ό,τι σε συμφέρει περισσότερο; (σ.11)

Αν πρέπει να τους διαβάσουμε, κάνοντας τον τρόπο τους τρόπο μας, η επιλεγόμενη γενιά του 1930 ή δεν υπήρξε ως γενιά ή δεν χάραξε τίποτα ποιητικό στη γλώσσα μας. Γιατί, αν ο Εγγονόπουλος παρακολουθεί συγκατανεύοντας τους παραπάνω στίχους, είναι επειδή υπήρξε Ευρωπαίος μοντερνιστής που έγραψε στην ελληνική.

Κι αν η Νατάσα Χατζιδάκι, στην οποία ανήκουν οι προαναφερόμενοι στίχοι, κατόρθωσε να αρθρώσει, με τόσο οικεία ελληνικά, την οργή ενός σώματος που λογοδοτεί μόνο στην πολιτική οικονομία της επιθυμίας και στη διαφορετικότητα ενός υποκειμένου, είναι επειδή από τη στιγμή που ο φουκαράς Άλφρεντ Προύφροκ του T. S. Eliot ένοιωσε το σώμα του απλωμένο στους δρόμους του Λονδίνου, πονώντας σαν φτηνό εστιατόριο -και μη μπορώντας να διαβάσει την αλήθεια αυτού του πόνου- η ποίηση θα έπρεπε να γυρέψει το σώμα, το πραγματικό σώμα του ποιητικού υποκειμένου.

Η Νατάσα Χατζιδάκι, με μια αφοπλιστική ωριμότητα, στα 25 της χρόνια, άνοιξε τα χαρτιά της ποίησής της, δείχνοντας προς την κατεύθυνση των μεγάλων γυναικείων φωνών της δεκαετίας του 1960, τη Sylvia Plath και την Anne Sexton. Χωρίς την αίσθηση των μεταπολεμικών δρώμενων στην αγγλοσαξονική κυρίως ποίηση, δύσκολα μπορεί ο αναγνώστης να παραλάβει στο ακέραιο τη δυναμική αισθητική του πρώτου βιβλίου (Στις εξόδους των πόλεων, 1971) της Χατζιδάκι. Θα εισπράξει το άγχος που σκορπάει μια ρυθμική αγωγή αντιστοιχισμένη με το ακατάστατο λαχάνιασμα, που όμως δεν ξεφεύγει ποτέ από το μέτρο των χτύπων της καρδιάς. Θα εισπράξει την οργή ενάντια στην ακύρωση και τη σκληρότητα της ψευδαίσθησης. Μα δεν θα καταλάβει το λόγο για τον οποίο ο ίδιος δεν αντιδρά στις επιτακτικές αποστροφές της ποιήτριας. Και, φυσικά, καθόλου τη σχέση του σώματος με την πόλη. Δυστυχώς, αυτά χρειάζονται άλλες προβληματικές και μια άλλη αίσθηση για τους τρόπους με τους οποίους μας χρεώνει η γλώσσα τη χρήση της. Οι επιτακτικές αποστροφές της Χατζιδάκι -σ’ εκείνο το πρώτο βιβλίο- αποπνέουν την καλλιέργεια της προστακτικής πρότασης, όπως πέρασε από τους προσωκρατικούς ποιητές-φιλοσόφους στους Άγγλους μεταφυσικούς ποιητές και εν τέλει στους T. S. Eliot και Dylan Thomas. Δεν έχει καμία σχέση με τη διδαχή του Καβάφη, η οποία εντελώς εσφαλμένα θεωρείται πως σκοπεύει στον αναγνώστη, ενώ σκοπεύει στον ίδιο τον ποιητή, με τη δημιουργία ενός τραγικού εγκλεισμού στο ανεπίτευκτο. Η «διδαχή» τής Χατζιδάκι είναι απολύτως εξωστρεφής, σαν να μπορούσε η ποίηση να μεταφέρει στον αναγνώστη με τη μέγιστη ακρίβεια τις όψεις της πραγματικότητας και της συνείδησης, μέσω των οποίων θα μεταβάλλει τη ζωή του.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με το πρώτο από τα δύο ουσιώδη χαρακτηριστικά της ποίησης της Νατάσας Χατζιδάκι: το ποίημα ως ορατή πλευρά της δημιουργίας δεν είναι το κομβικό σημείο της μεταφοράς ενός μηνύματος ή μιας συστάδας μηνυμάτων στον αναγνώστη. Το ποίημα αποτελεί τον κατεξοχήν τόπο επικοινωνίας. Ο ποιητής και ο αναγνώστης είναι σημεία αυτού του τόπου. Σαν να λέμε: ο ποιητής είναι συνεχώς παρών εντός του ποιήματος, αφού το απροσδόκητο είναι το μόνο αναμενόμενο και αφού η φωνή, παρά την προφανή ρυθμική της αξία, δεν σταματά ν’ αλλάζει tempo.

Οι πρώτοι στίχοι του εξαίρετου ποιήματος ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ Ο’ ΦΛΑΕΡΤΥ: Και τι δεν έκανες εκείνη την ημέρα, Νανούκ, στον Βορρά./ Χωρίς να διαταράξεις την ισορροπία της Φύσης,/ τι αιματωμένα γεύματα πρόσφερες στον εαυτό σου (σ. 196), απαιτούν τον ποιητή παρόντα, ώστε να πληρωθεί η συνθήκη της ανάγνωσης. Και αν ο ποιητής είναι εκεί παρών, ο παράξενος «Νανούκ», με όλο το σκοτάδι της παρεύρεσής του σ’ ένα κάθε άλλο παρά σκοτεινό ποίημα, γίνεται η πρόκληση μιας διαυγαστικής περιπέτειας, της οποίας ο ήρωας δεν μπορεί παρά να είναι άλλος από τον αναγνώστη. Ώστε η ανάγνωση αρχίζει από τη στιγμή που ο αναγνώστης θα δρασκελίσει το κατώφλι της ιδιοτυπίας του ποιήματος.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της ποίησης της Χατζιδάκι αφορά στη σχέση σώμα-γλώσσα-πόλη (ή φύση ή κόσμος). Αυτή η σχέση παίρνει τη μορφή ενός γλωσσικού παιγνίου, το οποίο χαρακτηρίζεται από την αποκατάσταση μιας σπάνιας οικειότητας ανάμεσα στη φωνή του ποιήματος και τον αναγνώστη. Και μάλιστα, όσο πιο ακατάληπτο είναι αυτό που λέγεται, τόσο εντονότερη είναι η οικειότητα. Τα στοιχεία της φύσης επιτελούν λειτουργίες του σώματος. Το σώμα επιτελεί λειτουργίες της φύσης. Η φύση δείχνει στο σώμα πώς να διαχειριστεί την προβληματική υπαγωγή του στη σκέψη, και το σώμα εκνευρίζεται κραυγάζοντας την κυριαρχία του, αφού η γλώσσα, το κατεξοχήν όργανο της σκέψης, ανήκει σε αυτό. Δεν πρόκειται για την ανθρωπολογία του Dylan Thomas, η οποία απλώνει το σώμα στην επιφάνεια του κόσμου, ασκώντας άλλη μια Δρυιδική μεταφυσική. Το κλειδί στην τακτική της Χατζιδάκι είναι η λέξη ως δυνατότητα παράβασης. Κάθε λέξη είναι υποχρεωμένη να σέρνει πίσω της κομμάτια από τους ιστούς στο πλέξιμο των οποίων συνέβαλε. Με τον τρόπο αυτό καθιερώνεται μια «μέση» χρήση της. Η τακτική της Νατάσας Χατζιδάκι έχει την ιδιαιτερότητα να παραβαίνει αυτή την «μέση» χρήση, χωρίς να καθαρίζει τη λέξη από τα κομμάτια των κειμενικών ιστών. Πράγμα που εκθέτει τον λόγο στη δυνατότητα μιας νιτσεϊκής ερμηνευτικής.

Η ποίηση της Νατάσας Χατζιδάκι -τα δεκαεννέα χρόνια που καλύπτει ο τόμος Άδηλος Αναπνοή– αποτελεί μια νησίδα, που κάθε άλλο παρά καταληπτή είναι από τον γερασμένο ελληνικό «κανόνα». Φυσικά, ο «κανόνας» αυτός περιλαμβάνει και έργα των οποίων η σχέση με τη γλώσσα δείχνει να είναι σωματική. Ωστόσο, όταν μιλάμε για σώμα, θα πρέπει να μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μιαν οντότητα που διαθέτει λειτουργίες, υγρά, οσμές, θερμοκρασία. Αυτά είναι ακόμα πολύ βαριά για την εκσυγχρονιζόμενη ραθυμία μας.

*Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής

[Δημοσιεύθηκε στην “Αυγή”, Κυριακή 15/11/2009/]

χρήστος μαρκίδης – γιώργος κασαπίδης – κυριάκος συφιλτζόγλου

Η γλώσσα, ο σαρκασμός και η ορμή

Τρεις Δραμινοί ποιητές

markidis_cover

Χρήστος Μαρκίδης, Κιννάβαρι, εκδ. Άγρα 2009

Πέμπτο ποιητικό βιβλίο για τον Χρήστο Μαρκίδη (γενν. 1954), και παρακολουθούμε μια πορεία που προσπαθεί να εμβολίσει το αιώνιο παρόν με όλη την ορμή του ποιητικού λόγου, καθώς και τ’ οπλοστάσιο του βαθιού παρελθόντος. Ο λόγος του Μαρκίδη, διάστικτος από μυθολογικά, ιστορικά ή υπερφυσικά στοιχεία και πρόσωπα, κινείται ανάμεσα στα όρια του λιτότητας, όσον αφορά την έκταση των ποιημάτων, και της ακραίας πυκνότητας, αναφορικά με την εικονοποιία και τη γλωσσική χρήση.

Η γλώσσα μοιάζει ν’ αποτελεί το κεντρικό σημαίνον στα ποιήματα της τελευταίας του ποιητικής συλλογής, της οποίας ο τίτλος μάς προκαταλαμβάνει. Διακεκριμένος ζωγράφος ο ποιητής, χρησιμοποιεί το κιννάβαρι, κυριολεκτικά και μεταφορικά, για να σχεδιάσει και να χρωματίσει το διά παντός χαμένο νόημα του Άλλου, του Προσώπου, το οποίο, καταπώς φαίνεται απ’ τα ποιήματα, αποτελεί μιαν αιώνια απουσία, η οποία δεν μπορεί παρά να προκαλεί πόνο, αλλά και ομφαλοσκοπική διάθεση. Ακριβώς αυτά δίνουν την αίσθηση της υποφώσκουσας μανίας στη συλλογή του Μαρκίδη.

Και βέβαια, υπάρχει πάντοτε το ανυποχώρητο ανεβοκατέβασμα απ’ τα ψηλότερα ιστία του καραβιού στον Κάτω Κόσμο. Μ’ αυτό το μοτίβο, ο Μαρκίδης εντείνει την εντύπωση του αναγνώστη ότι, όπως η ζωή, έτσι και η ποίηση –και τούμπαλιν– είναι στοιχειωμένη απ’ όλα εκείνα που οδηγούν στον τελικό στοχασμό, που γι’ άλλους έρχεται νωρίς και γι’ άλλους την ύστατη στιγμή: «Είναι λεπτό το σημείο / ανάμεσα στο περιττό / και το άρτιο / ανάμεσα στο έλατο / και της φωτιάς το σινιάλο / ανάμεσα στο διάσελο / και της παραβολής το γεφύρι. / Σαμάν, άντεξε / Δήλια σμιλεύοντας κενά / κι απ’ την αμάχη πέρα / μεταλαμβάνοντας / την ακρογωνιαία ρομφαία / στοχάσου».

kasapidis_cover

Γιώργος Κασαπίδης, Αντίπερα, εκδ. τυπωθήτω-λάλον ύδωρ 2005

Ο Γιώργος Κασαπίδης (γενν. 1961) φαίνεται να προτιμά τον κρυπτικό λυρικό λόγο, με έντονα τα στοιχεία του σαρκασμού και του αυτοσαρκασμού. Η τελευταία του συλλογή είναι ένα συνεχές παιχνίδισμα που αφορμάται, κατά τα φαινόμενα, απ’ το πρωταρχικό μειδίαμα του ποιητή κατά την παρατήρηση του κόσμου.

Φωτογράφος στο επάγγελμα, ο ποιητής προσλαμβάνει τις εικόνες, τις εσωτερικεύει, μοιάζει να τις κρατά καλά μέσα του και τελικά τις παραδίδει φιλτραρισμένες και χαρακτηρισμένες από μια γλωσσική παρέμβαση που πηγάζει από την αισθητηριακή πρόσληψη του ωραίου, πράγμα που μπορεί να εντοπιστεί (και) στην περιρρέουσα ασχήμια του κόσμου.

Ενώ αρχικά μπορεί εύκολα να δοθεί η εντύπωση μιας κάποιας αποστασιοποίησης απ’ τα γραφόμενα, στην πορεία ο ποιητής τίθεται ενώπιον του εαυτού του, αγωνίζεται ν’ αντιπαλέψει την εικόνα που θέλει ο περιβάλλων κόσμος να του δώσει, δημιουργώντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα συνονθύλευμα από ποιήματα που δίνουν την εντύπωση της ανάπαυλας απ’ το ωχρό φως της πραγματικότητας που φωτίζει, διαφορετικά πια, το εκφοβιστικό σκοτάδι. Μέσα σ’ όλα αυτά, ο Κασαπίδης δεν παραλείπει να τοποθετηθεί στο ίδιο το έργο του ποιητή, στην αδιάκοπη βάσανό του, κλείνοντας κάπως έτσι: «Θέλει πολύ νερό, η ποίηση». Ο ποιητής φαίνεται πως κουβαλά αρκετό απ’ αυτό.

syfiltzogloy_cover

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ’ ω ετάφη, εκδ. Γαβριηλίδης 2007

Με ροκ ρυθμούς και ξεκάθαρα επιθετική διάθεση, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου (γενν. 1983) παραμένει πιστός στο παρόν και δοκιμάζεται με την πρώτη του ποιητική συλλογή στην αναμέτρηση με τον άνθρωπο ως ατομικό και κοινωνικό ον, χωρίς ν’ αφήνει απ’ έξω τον ίδιο του τον εαυτό, είτε ως μέρος της κοινωνίας (όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται) είτε ακόμη ως ποιητή.

Αποφεύγοντας τους συναισθηματισμούς, ο ποιητής μοιάζει να χειρίζεται την έννοια της απώλειας αλλά και του πνιγηρού παρόντος με μιαν αγωνία που χαρακτηρίζεται από ταυτόχρονη ανακούφιση απ’ τον εντοπισμό της συμφοράς που λαμβάνει χώρα στον γύρω κόσμο και στο εσωτερικό κομμάτι του. Θέλοντας, κατά τα φαινόμενα, να καταδείξει την επιφυλακτικότητά του έναντι των διαφόρων κούφιων υποσχέσεων και μορφών λόγου, ο Συφιλτζόγλου αποπειράται να δημιουργήσει ένα σύμπαν όπου ο γύρω χαλασμός δεν σημαίνει αυτόχρημα την ανεπίστροφη (εσωτερική, έστω) ομορφιά, αλλά με όλες του τις δυνάμεις είναι έτοιμος να την επαναφέρει με πρωταρχικό κόστος τη δική του παρουσία στο καινούργιο σύμπαν.

Με γλώσσα ορμητική, ο ποιητής γυμνώνει τον λόγο του από φιοριτούρες και πασχίζει να τοποθετηθεί στον κόσμο, ν’ αναμορφώσει τη δική του εικόνα και να επαναφέρει στο προσκήνιο τις μάχες για το διαφορετικό απ’ το τρέχον. Ενώ ξεκινά τη συλλογή του με πυκνά ποιήματα, προς το τέλος παραθέτει, ας μας επιτραπεί, επιγράμματα ή κάτι σαν συνθήματα σε τοίχους. Αυτή η κίνηση ίσως καταδεικνύει την εξάντληση του αφηγούμενου προσώπου και τη συνειδητοποίηση πως μετά την καταιγίδα έρχεται η νηνεμία – κι αυτήν όμως πρέπει να τη φοβόμαστε.

[το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 29/09/2009.]

Έγιναν κρίματα… – Τζένη Μαστοράκη

jenny_mastoraki

Έγιναν κρίματα και βάρυναν πολύ, κι ό,τι πονά,

για πάντα εδώ, για πάντα μένει, κακό φιλί, για

πάντα το κακό σημάδι του, παραφροσύνη δίχως

γυρισμό, φοβέρα σκιάζει,

μια ιερή σαρκοφαγία που εξαντλεί.

Κι ό,τι πονά, κι αν λησμονιέται την αυγή, μια

νύχτα άλλη, πλανήτης βάσκανος, ραγίζει η ανα-

τολή, κι ανάρια λάμποντας το πέρασμά του στο

σκοτάδι, σαν ερπετό, μεγάλη σαύρα που βουτά, θα

’ρθει, μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο

και χλωρό κεφάλι, θα ’ρθει, κατάχλωρος απ’ τη

φωτιά, κι ό,τι εξαντλεί, σαΐτα, βόλι και κακό

φιλί,

ο μάγος έρωτας, ο τρόμος έρωτας το φέρνει πάλι.

* * *

Τζένη Μαστοράκη, Μ’ ένα στεφάνι φως, Κέδρος 1989

Ἡ Ταβέρνα τῆς Τζαμάικα – Μαρία Λαϊνᾶ

burattino

Ἡ ζωή μας ἔχει ἀλλάξει κάπως·

δὲν μένουμε μέσα στὴν πόλη πιὰ

ἀλλὰ στὸν δρόμο γιὰ τὴ θάλασσα.

Τὰ βράδια μᾶς ἀπασχολοῦν

οἱ διαδρομὲς τοῦ φεγγαριοῦ

τὰ φτερουγίσματα στοὺς λόφους

καὶ τ’ ἄλογα ποὺ κατεβαίνουν στὸν νερόλακκο.

Ἂν τελικὰ ἀποφασίσεις νὰ ’ρθεις

θὰ μοῦ κρατᾶς τὴ νύχτα συντροφιὰ

τώρα ποὺ μπαίνει τὸ φθινόπωρο

κι οἱ μεντεσέδες τρίζουν στὸ σκοτάδι.

Θὰ μάθεις νὰ προσεύχεσαι

μὲ δύναμη κι ἀπελπισία

καὶ τὸ παράξενο αὐτὸ συναίσθημα

θὰ συνδυάζεται μὲ τὶς σκληρὲς γραμμὲς τῆς φύσης.

Νὰ φέρεις λίγα ροῦχα καὶ βιβλία

κρατοῦν ἀλλιῶς ἐδῶ τὰ ἴδια·

καὶ μὴν ξεχάσεις τὰ κατάλληλα παπούτσια

γιατί ὁ βάλτος εἶναι πίσω ἀπ’ τὸ σπίτι

καὶ τὸν χειμώνα ἔχουμε πολλὲς βροχές.

Σ’ ἀφήνω τώρα· νὰ προσέχεις,

καὶ σ’ ἀγαπῶ πολὺ τὸ ξέρεις.

Σὲ σκέφτομαι στὸν καναπὲ ἐκεῖνο πλάι στὸ παράθυρο

νὰ σκέφτεσαι τὸν χρόνο καὶ τὰ σώματα ὅταν γερνοῦν.

Ὅλα αὐτὰ εἶναι τῆς φαντασίας πράματα ἐδῶ

δὲν ἔχουμε παρὰ μιὰ δυνατὴ καὶ καθαρὴ αἰωνιότητα

ποὺ δὲν κουράζει, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς πονοῦν

τὰ μάτια σου.

Νὰ κλείσω τώρα τὸ παράθυρο

σηκώθηκε ξανὰ ἀέρας.

* * *

Μαρία Λαϊνᾶ, Ρόδινος φόβος, Καστανιώτης 2002

το αλάτι πίσω από τ’ αυτί [ένα ποίημα] – αργύρης παλούκας

Η κόλαση της απλότητας

argyris_paloukas_cover

«Ο θάνατος έρχεται πάντα με τις καλύτερες προθέσεις. Ο θάνατος έρχεται πάντοτε λουσμένος στο φως». Έτσι ξεκινά η καινούργια ποιητική κατάθεση του Αργύρη Παλούκα – το ένα και μόνο ποίημα: μ’ ένα μήνυμα διάστικτο από μια δυνατή φωνή και μια προοικονομία. Στο τέλος, προοικονομία κι εδώ, μένει το φως μαζί με το θάνατο, παλεύοντας επί ίσοις όροις για την πρωτοκαθεδρία.

Ένα ποίημα για την επερχόμενη απώλεια «σαν σε προκαθορισμένο ραντεβού», όπως λέει ο Δημήτρης Νόλλας, αφού «κι η Μαρία ήταν μια τελειωμένη υπόθεση, από την αρχή». Η Μαρία, ο ποιητής-αφηγητής, η μητέρα, χωρίς κτητική αντωνυμία –ευρηματική η επιλογή– και η χαρά –με πεζό «χ» που, όμως, είναι τόσο εμφανώς κεφαλαίο–, θαρρείς συνωμοτώντας, μπλέκονται ο καθένας αναλαμβάνοντας τον δικό του ρόλο, ο καθένας μ’ έναν κρυμμένο φόβο αλλά και μιαν ανάγκη ν’ ανακαλυφθεί η έξοδος απ’ τη σκηνή – καθαροί πια.

Το ενιαίο ποίημα του Παλούκα με τον παράξενο τίτλο «Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί» σημειώνει, χωρίς φλυαρίες, την επιτέλεση, καταρχήν της ποίησης και, στη συνέχεια, του πόνου. Μ’ έναν ξεγυμνωμένο λόγο, στα όρια του μινιμαλισμού, ο ποιητής ομφαλοσκοπεί εαυτόν και την ίδια του την ποιητική κατάθεση. Θρηνώντας, εξωραΐζοντας άλλοτε και διατεθειμένος να επικαλεστεί ένα παρελθόν για πάντα χαμένο.

Η Μαρία μαζί με τους συνωμότες της, μαζί με την «αγάπη κάδρο», ωθεί τις λέξεις και το βάθος τους σ’ έναν κόσμο που περιβάλλεται από θάλασσα, σ’ ένα συνονθύλευμα ψυχών που θέλουν να πάρουν πίσω τη θάλασσα που τους ανήκει και να την κάνουν βασίλειό τους. Ώσπου να γίνει αυτό, μέχρι να καταφέρει το αλάτι πίσω από τ’ αυτί, που ποτέ δεν θα καθαριστεί, ν’ αποκαλυφθεί ως το ανεπίστροφο τέλος, το πένθος θα κυριαρχεί σε ψυχές και πράγματα, ακόμη κι αν ονομαστούν πράγματα οι άνθρωποι ή εξανθρωπιστούν τ’ αντικείμενα.

Η χαρά λειτουργεί αντιστικτικά και δημιουργεί το πυκνωμένο, εν προκειμένω, δίπολο θανάτου-Μαρίας. Γιατί είναι δίπολο, μιας και ο ποιητής έχει αποφασίσει να θέσει ενώπιον του αναγνώστη την ανυποχώρητη ανάγκη του να ξεχωρίσει, μια και καλή, το θάνατο απ’ τη Μαρία, με τη βοήθεια του προσώπου-μητέρας που θα χαρίσει ζωή σε ό,τι κρυμμένος ο αφηγητής θέλει να κρατήσει ζωντανό απ’ την απώλεια.

Η αίσθηση που προκαλείται είναι πως σημαντικό επίτευγμα του βιβλίου είναι η παρουσία των πραγμάτων ως απολύτως έμψυχων όντων, ως πλασμάτων που κι αυτά συμμετέχουν στο θρήνο. Σ’ έναν θρήνο για μιαν απώλεια, την απώλεια της Μαρίας, που παίρνει απ’ το χέρι τ’ αντικείμενα και τους δίνει ζωή, επιτρέπει στον φαινομενικά άψυχο κόσμο να συμμετέχει γι’ άλλη μια φορά στην αποκαθαίρουσα θρηνωδία.

Γιατί το ποίημα του Παλούκα είναι θρηνωδία, είναι μια πορεία που ξεκινά με το φως –έστω θανατερό–, περνά μέσα απ’ όλα τα στάδια του χαμού, σκύβοντας, και καταλήγει, σαν τραγούδι, σε μια γαλήνια ηρεμία – ξανά στο φως. Τραγικότερο πρόσωπο όλων, η μητέρα. Η μητέρα –που μαζί με τη χαρά όλο υποδύονται κάτι που δεν είναι, προκειμένου να κρυφτεί η θλίψη– υπάρχει στο ποίημα ως το πρόσωπο που λαμβάνει προσωπεία για να υπηρετήσει την απώλεια, για να εξιστορήσει, σχεδόν χωρίς λέξεις, το «πώς» και το «γιατί» του πένθους. Είναι το πρόσωπο που μοιάζει να στοιχειώνει την ποίηση του Παλούκα, αφού στην προηγούμενη συλλογή του («Το ξέφτι», εκδ. Μανδραγόρας 2007) μ’ αυτήν έκλεινε. Όπως, επίσης, οι «Επισκέπτες», ποίημα κι αυτό της πρώτης του συλλογής, προοικονομούσαν, με σαχτουρική έμπνευση, την ένωση σ’ ένα έμψυχο όλον ανθρώπους κι αντικείμενα.

Χωρίς καμιά διάθεση μεταφυσικής εικονολογίας ή θεωρητικής αναζήτησης, ο ποιητής καταφέρνει να ενώσει σ’ ένα σώμα τον κόσμο με την οδύνη, εκεί όπου ο ποιητής παίρνει στην πλάτη του το θάνατο και τον πηγαινοφέρνει. Το «πότε» δεν έχει καμιά σημασία. Η αυτοκατάργηση του χρόνου στο ποίημα δημιουργείται για να δείξει ότι σημασία έχει το απεικονιζόμενο κι όχι το χρονικό του συγκείμενο. Γυμνή, ολόγυμνη, κόλαση της απλότητας.

Και στο τέλος η πόρτα. Η πόρτα που οδηγεί στην αδιάλλακτη ησυχία. Ο ποιητής φωτίζει ξάφνου το αποσιωπημένο σε όλο το ποίημα κλειδί: κυκλοτερώς επιστρέφουμε στο φως, ζαλωμένοι ακόμα θύμησες – έχοντας διαρκώς στο μυαλό μας τη Μαρία, τη χαρά, τη μητέρα και την ποίηση. Με όποια σειρά αποφασίσει ο καθένας.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος]

[το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 30/06/2009.]

Προνοώντας αφόρητα

19

Θήλαζε η νύχτα τα θαύματά της. Κορύφωνε φιλώντας τ’ άγιο μολύβι τού θανάτου. Κι ο παγωμένος θησαυρός βάσταγε στα χέρια του ευρήματα, έτσι νόμιζε, από κάτι ανάγκες σπασμένες. Η νύχτα συνέχιζε να γλείφει, κι όλο συνέχιζε να γλείφει μέχρι να φτάσει στα πατώματα, να φτάσει να γλείφει τις σανίδες που μέρες απρόσμενης λέρας ρουφήξανε. Κατέβαινα βαθιά κι εγώ, βαθιά πνιγόμουν, όρθιος πάντα, στα χάχανα των σανιδιών.

Τι ομορφιά.

Τι όμορφα σανίδια, αγκίδες πρόσχαρες. Αγκίδες παγωμένες. Μισούσες, ούρλιαζες, τις νύχτες που θηλάζαν, μα άλλη υπομονή δεν είχες φοβηθεί έξω από κείνη που σε δίδαξε η νύχτα. Nύχτα που πήρε να παγώνει θησαυρούς, και μόνη, αχ πιο μόνη από ποτέ, σερνόταν λερωμένη. Δεν είχε ξημερώσει η νύχτα. Τα πρώτα πρώτα ασυγχώρητα βράδια. Σ’ αυτά που πάνω τους εγώ γεννούσα προσμονή κι εσύ κοιτούσες πίσω.

Εκεί που απροστάτευτα κομμάτια γίνονται οι νύχτες.

εισπνοές – γιάννης αντιόχου

«Απλώς το λίγο σου ήτανε πολύ για να τ’ αντέχεις»

eispnoes_giannis_antioxoy

Η ποίηση, όταν κυοφορείται και θρέφεται μες σ’ έναν κόσμο που γρυλίζει πάθος και φόβο, τ’ απότοκά της μπορεί να ’ναι από κλονιστικά μέχρι τρομακτικά. Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά τ’ άκρα κινείται ο Γιάννης Αντιόχου με την τέταρτή του συλλογή, που φέρει τον υποδηλωτικό τίτλο «Εισπνοές».

Τι εισπνέει ο ποιητής και τι αποπνέει η ποίησή του; Πού μπορούν να φτάσουν τα ποιητικά του όρια και πώς μπορεί να τα χειριστεί; Ο Γιάννης Αντιόχου, όπως έχει δείξει μέχρι σήμερα, δεν φοβάται την εξομολόγηση ως οδοδείκτη της γραφής του, μιας γραφής που περνά μέσ’ απ’ τα συντρίμμια της πραγματικότητας, φιλτράρεται απ’ τα δίχτυα της ενόρασης και εκπνέεται στον κόσμο (μία λέξη ίσως ουδέτερη, αλλά οι συμβάσεις πρέπει να τηρηθούν) με μια καβαφική ψύχωση που διαχέεται απ’ τους ρυθμούς της ροκ. Η μουσική τέχνη είναι αυτή που βοήθησε την ποίηση στον μακρύ της δρόμο, και αυτό ο Γιάννης Αντιόχου μοιάζει να το έχει χωνέψει καλά.

Η πορεία διατηρεί έναν ρυθμό, όπου τ’ ανεβοκατεβάσματα και το πηγαινέλα στον εσωεξωτερικό κόσμο, το διαρκές παιχνίδι του έσω εαυτού με τα έξω σώματα, μοιάζουν να δημιουργούν ένα παραληρηματικό συνονθύλευμα ποιητικής υπόστασης, η οποία μοιάζει να χορταίνει μέσα στην εξάντληση και μέσα στην αναγέννηση, σ’ ένα αδιάκοπο μοτίβο όπου, αν τ’ αναγάγουμε σε ορχήστρα, ο μαέστρος λειτουργεί και ως κατευθυντήριο μέσον αλλά και ως το μέσον πραγμάτωσης του μουσικού οράματος. Και τα όργανα; Οι φωνές; Οι φωνές στις «Εισπνοές» λειτουργούν όπως στα έργα του Χατζιδάκι: όργανα, μέσα, αρτηρίες.

Μέσα σ’ έναν δραματικό και συνάμα παραληρηματικό κόσμο, όπου η ψευδαίσθηση συνυπάρχει αρμονικά με τη δημιουργική παράνοια, οι «Εισπνοές» μοιάζουν να συνεχίζουν έναν κύκλο, που ξεκίνησε με το «Curriculum Vitae» (εκδ. Μελάνι 2006). Εκεί, η παρωδία, η κωμωδία, το δράμα, το μεγαλείο, η πτώση και η κατάπτωση χάρισαν τα πρώτα τους ψήγματα, με μια δυναμική που πιθανόν άφηνε ερωτηματικά. Εδώ, ο όποιος διαφαινόμενος αρχικός φόβος ομολογίας έκανε φτερά και άφησε στη θέση του ένα καφάσι πάνω στο οποίο ο αναγνώστης, και εικάζω και ο ίδιος ο ποιητής ταυτόχρονα, μπορούν να καθίσουν και να τρομοκρατηθούν με την ησυχία τους.

Παντού, καταφανώς, τ’ απόλυτο δόσιμο, η συνειδητή παραίτηση. Ένα σώμα που αποτελείται από δυο ενωμένα σώματα. Δυο σώματα, μόνον αυτά, οι ψυχές σα να ’τανε δεμένες απ’ αρχής, που παλεύουν να κοιτάξουν το είδωλό τους, που δεν μπορούν. Το πρόσωπο που αφηγείται δεν αντέχει αυτή τη διαδικασία. Την αντέχει, όμως, η ποίηση για χάρη του. Για λυτρωτική του χάρη.

Και γεγονός

Πως εφτάψυχος

Συνήθως μετά τα μεσάνυχτα

Έρπεις ολόγυμνος στο ναρκοπέδιο

Αφήνοντας μισό τον ύπνο μου

μισό τον ξύπνιο σου

Κι αλήθεια να μην γίνομαι

Και ψέμα να μην είσαι.


Με στοιχεία θεολογικού και φιλοσοφικού στοχασμού, με μια προσπάθεια ένθεης αλλά και κατασκευασμένης από ψευδαισθησιογόνους παράγοντες μανίας και ορμής, ο αφηγητής βομβαρδίζει το παρόν του χωρίς να θωρεί το μέλλον του, μιας κι αυτό μοιάζει να ’χει προ πολλού καταστεί ανώφελο προς παρατήρηση. Είναι λίγες οι φορές που σ’ ένα ποιητικό βιβλίο το σήμερα, ως αναπαραστατική εικόνα, μεταβαίνει απ’ το εύλογο στο άλογο χωρίς να παίρνει κανείς χαμπάρι πότε και πώς συνέβη όλο αυτό. Βοηθητικά και απολύτως στην κατάλληλη θέση τοποθετημένα, τ’ αποσπάσματα από έργα τρίτων προϊδεάζουν και δένουν κατά τρόπο απόλυτο με την κάθε ενότητα του ενός και μόνου ποιήματος που συνιστά τις «Εισπνοές».

Ο Αντιόχου (γενν. 1969), ένας απ’ τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του, κοιτάζει κατάματα το ίδιο το είδωλο της ποίησης και παλεύει να του δώσει φωνή. Η φωνή μπορεί να μοιάζει αρχικά σαν τρεμόπαιγμα μιας αβοήθητης ζωής που θέλει με νύχια και με δόντια να πιαστεί απ’ οπουδήποτε. Καταλήγει, όμως, ένας πόνος που δεν ποιητικίζει, που δεν προσπαθεί να κρατηθεί απ’ τις όμορφες λέξεις και τα όμορφα πάθη. Είν’ ένας πόνος που θα μείνει εδώ, απλός και τρυφερός, όπως κάθε πόνος, όπως ο κάθε πόνος που φέρει πάνω του ο ποιητής.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος]


[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 26/05/2009]

περιεχόμενα λαιμητόμου

dsc01889

Στο πέρα δώθε των σφυγμών, στο έλεος του θανάτου, μη φοβηθείς να σκύψεις, τη φλέβα που σε γένναγε μη φοβηθείς να γλύψεις. Δεν είμ’ εγώ, δεν είσ’ εσύ, κανείς δεν είναι γύρω. Μα ποιος σε δένει στους σφυγμούς, ποιος σε κρατά απ’ το χέρι, ποιος βάζει μέρες στον καιρό; Τι μένει, πες, πες μου τι μένει αθέατο ακόμα. Κι ας μην το βάρος που τραβάς κόκκινο δεν παίρνει. Μη λησμονήσεις τον καιρό, το έλεος μη χάσεις, κι εδώ το μέρος ανάδελφο αν μείνει, μη με ξεχάσεις στις πάρωρες αναμνήσεις, μη φοβηθείς και μη χαθείς, μη ρεύσεις λιωμένος πάλι, γιατί

θα σε γλιτώσει ο χαμός, θα σε ποτίσει λάσπη.

του χιονιού ή ο ντεκάρτ στη γερμανία – ντουρς γκρύνμπαϊν

«ΝΤΕΚΑΡΤ, ENCORE…»

ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΧΙΟΝΙ, ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΕΞΗΓΗΣΗ

146186

Durs Grünbein
Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία
μτφ. Γιώργος Λίλλης – Θωμάς Πούτας
Κέδρος 2007

Ένα ερώτημα, για να ξεκινήσει κανείς να μιλά για μιαν ολόκληρη ποιητική συλλογή που έχει ως αφορμή την κατάταξη του Ντεκάρτ ως εθελοντή στο στρατό του Μαξιμιλιανού της Βαυαρίας, κάτι που τον έφερε στη Γερμανία το 1619, είναι ποιος ο σκοπός όλης αυτής της εργασίας. Ο διακεκριμένος και πολυμεταφρασμένος Ντουρς Γκρύνμπαϊν δημιουργεί μια περσόνα, τον Gilliot (αναρωτιόμαστε εδώ για το κλείσιμο του ματιού προς την γκιλοτίνα/gilliotine αλλά και στον γάλλο ζωγράφο Claude Gilliot [1673-1722], του οποίου η θεματολογία περιελάμβανε μυθολογικά στοιχεία) στον οποίο αποδίδει όλα ανεξαιρέτως τα χαρακτηριστικά του Ντεκάρτ -σαρκικά κυρίως- βάζοντάς τον να διαλέγεται ακατάπαυστα με τον γάλλο διανοητή. Ο γερμανός ποιητής προφανώς χρησιμοποιεί ως όχημα έναν “δύσκολο” φιλόσοφο, ο οποίος όμως έχει το εξής πλεονέκτημα: δεν υπήρξε ποιητής. Έτσι, αποφεύγεται οποιαδήποτε ταύτιση με δομικό και ιδεολογικό ποιητικό ρεύμα. Μέσω αυτού του προσώπου, ταξιδεύουμε βήμα βήμα στον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο του, προσπαθώντας να κατανοήσουμε αυτή την αδιάσπαστη ένωσή τους, υπό το πρίσμα μιας μοίρας, αφ’ ενός, προκαθορισμένης και, αφ’ ετέρου, γεμάτης αγωνία να εξηγήσει τον κόσμο και να τοποθετηθεί σ’ αυτόν. Δύσκολος αγώνας, πράγμα καταφανές καθώς εκτυλίσσονται τα σαράντα δύο τμήματα της σύνθεσης, αν συνυπολογιστεί, δε, και το πρώτο τμήμα του τίτλου, αυτόχρημα τοποθετείται και στο χώρο, όχι μόνον ως εμπράγματο χαρακτηριστικό αλλά συνάμα και ως πνευματική κατάσταση: το χιόνι μπορεί να είναι πάλλευκο, ωστόσο παραμένει πάντα παγωμένο. Κι έρχεται πάντα το χειμώνα.

Σημαντικό να παρατηρήσει κανείς είναι οι πολλές μορφές της γλώσσας που εμφανίζονται στα ποιήματα. Αναλόγως πάντοτε της αναφοράς και της στιγμής, της φόρτισης, της ειρωνείας, της ανακούφισης και της βαθιάς αναζήτησης, ο Γκρύνμπαϊν έχει προσαρμόσει σχεδόν αψεγάδιαστα τη γλωσσική και ποιητική του πραγματεία, πράγμα που φτάνει σ’ εμάς με την ώσμωση των μεταφραστών με το πρωτότυπο κείμενο. Ωστόσο, ενστάσεις θα μπορούσε να εγείρει ο αναγνώστης εξαιτίας της πολυπλόκαμης αφήγησης, των διαφορετικών μεταξύ τους μερών, της δογματικής, πολλές φορές, αποτίμησης της εν είδει φιλοσοφικού στοχασμού ποιητικής κατάθεσης η οποία παράλληλα εμπεριέχει το Μύθο ως μέσο αλλά και αντικείμενο ερμηνείας. Ενστάσεις όχι βέβαια για μια κάποια αδόκιμη ή ασαφή επιλογή, αλλά για το ζήτημα της ταύτισης της φιλοσοφίας και της ποίησης κατ’ αυτό τον τρόπο.

Εδώ επανέρχεται το αρχικό ερώτημα που παραμένει το μοναδικό: Γιατί και για τι; Μέσω όλων όσα προαναφέραμε, ο Γκρύνμπαϊν παρεμβαίνει μ’ αυτή την τακτική στο σύγχρονο γίγνεσθαι, χωρίς αποκλειστικά να ενδιαφέρεται για το καλλιτεχνικό του μέρος, αλλά πολύ περισσότερο για το κοινωνικό. Επιλέγοντας να δείξει, με έναν αμυδρό λυρισμό, την πάλη της σάρκας και του πνεύματος, της ύλης και της ιδέας, την αιώνια διαμάχη της ελευθερίας του ανθρώπου έναντι του εαυτού του, του κόσμου και των άλλων ανθρώπων, θέλει, καταπώς φαίνεται, να καταθέσει μιαν εξήγηση. Κι αυτό το εγχείρημα δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει την επανεπινόηση του κόσμου και της ιστορίας, θέτοντας σε κίνηση μια γλώσσα που παλεύει να δείξει καινούργια σ’ έναν κόσμο παλαιό, αλλά ιδωμένο από μια νέα σκοπιά.

Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από την ανάγνωση μιας τέτοιας, ιδιότυπης θα ‘λεγε κανείς, ποιητικής σύνθεσης, είναι η βασική κατάθεση του ποιητή για την ποίηση: όπως ο Ντεκάρτ/Γκιγιό οδεύει προς την απελευθέρωση απ’ τη θνητότητα, έτσι και η ίδια η ποίηση, αν δεν οδεύει προς αυτή την κατεύθυνση, καλά θα κάνει να το ξανασκεφτεί. Από κει και πέρα, επαφίεται στον αναγνώστη και στον θεράποντα της ποίησης να αναρωτηθεί: είναι άραγε αυτός ο σκοπός της ποίησης; Και, φυσικά, αναλόγως να πράξει.

[Η παραπάνω παρουσίαση δημοσιεύτηκε αρχικά στο πρώτο τεύχος του ποιητικού περιοδικού “Poetix”, άνοιξη 2009.]

ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου – τσέζαρε παβέζε

ΘΑΝΑΤΟΣ, ΑΓΡΥΠΝΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ,
ΠΑΛΙΑ ΤΥΨΗ, ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Τσέζαρε Παβέζε
Ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου
μτφ. Σωτήρης Τριβιζάς
Καστανιώτης 2004 (1997)b89365

Όταν ο Τσέζαρε Παβέζε αυτοκτόνησε μιαν αυγουστιάτικη μέρα του 1950, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, συμπληρώνοντας τον μακρύ, πια, κατάλογο των αυτόχειρων ποιητών, είχε ήδη καταπιαστεί, χωρίς συμβιβασμούς, με τον έρωτα και το θάνατο, ένα συνδυαστικό μοτίβο που, όπως φαίνεται απ’ τις τελευταίες σελίδες του ημερολογίου του, τον απασχολούσε. Κι όταν λέμε «τον απασχολούσε», εννοούμε ότι τον κατέτρωγε. Τα τελευταία του ποιήματα μπαίνουν υπ’ αυτόν το γενικό τίτλο, ο οποίος παραπέμπει ευθέως στο μοτίβο που αναφέραμε. Όταν ο θάνατος, λοιπόν, θα καταφτάσει, τα μάτια του θα έχουν δανειστεί πολλά απ’ τα στοιχεία του έρωτα, αν δεν έχουν ταυτιστεί απόλυτα. Κι αυτός ο έρωτας παρουσιάζεται αποκλειστικά με τη μορφή μιας γυναίκας στην οποία ο ποιητής απευθύνεται, με μιαν ανεπαίσθητη δόση παράκλησης. Παρ’ όλα αυτά, δεν μοιάζει να ζητά διάσωση· έχει ως δεδομένο, βέβαια, τον επερχόμενο χαμό του.

Η συλλογή περιλαμβάνει τρεις ενότητες: η πρώτη έχει τίτλο “Η γη και ο θάνατος” και αποτελείται από ποιήματα που γράφτηκαν πέντε χρόνια πριν την αυτοχειρία του. Η δεύτερη, με τον ομώνυμο τίτλο, περιλαμβάνει τα τελευταία του ποιήματα, ενώ η τρίτη, “Η τέχνη τού ζην”, εμπεριέχει ημερολογιακές αναφορές των τελευταίων του στιγμών. Και στις τρεις αυτές ενότητες, προκαλείται άμεσα η αίσθηση της σχεδόν πλήρους συνάφειας. Εγνωσμένος πεζογράφος ο ίδιος, δεν θα μπορούσε παρά τα τμήματα του ημερολογίου του να αποτελούν αφ’ εαυτών σπαράγματα υψηλής λογοτεχνικής αξίας. Παρατηρείται, δε, ανάμεσα στις δύο πρώτες ενότητες, μία αξιοσημείωτη ατμοσφαιρική ομοιογένεια, στην οποία συνηγορεί η θεματολογική συνάφεια. Αποδεικτικό, πιθανόν, μιας συνεχούς τριβής μεταξύ έρωτα και θανάτου και, πάνω απ’ όλα, μεταξύ θανάτου εν ζωή και θανάτου εν θανάτω.

Οι μόνιμες αναφορές του ιταλού συγγραφέα επαναλαμβάνονται και στις τρεις ενότητες: το νεορεαλιστικό του στοιχείο επιβεβαιώνεται από τις γνώριμες αναφορές στο χώρο, που παίρνει διαστάσεις προσώπου, αφού δεν λειτουργεί μόνο ως φόντο του εξελισσόμενου έργου, μα διεκδικεί με αξιώσεις την ένωσή του με το χρόνο σ’ ένα αδιάσπαστο ένα. Και βέβαια, το πρόσωπο όπως το γνωρίζουμε. Αν τα μάτια, εν προκειμένω, λαμβάνουν κεντρικό σημαίνον στο έργο, ο θάνατος που θα τα φέρει, θα μετατραπεί αυτόχρημα σε σάρκα εκ της σαρκός του έρωτα, εν μέσω επαπειλούμενης καταστροφής, ενώ ταυτόχρονα θα παλεύει να αποφύγει το ρόλο του υποκατάστατου του βιωμένου μέχρι το τέλος έρωτα. Αυτονόητη μοιάζει μες στο σύνολο, πάντως, και η ειρωνεία καθώς και αυτοσαρκασμός, αν συνυπολογιστεί η παραδοχή που διακρίνεται για την προσωπική κατάπτωση και παραίτηση. Επιπλέον, τα αντιθετικά σχήματα που εντοπίζονται διάσπαρτα στα ποιήματα, αλλά και στο ημερολόγιο, αγωνίζονται, κατά τα φαινόμενα, κι αυτά να αγγίξουν τα άκρα τους, ενδυόμενα την απολυτότητά τους, προκειμένου να γίνουν, ομοίως με όλα τα άλλα, ένα. Η διαφαινόμενη, τέλος, εκ πρώτης όψεως, απογοήτευση, ιδιαίτερα στην τρίτη ενότητα, με μια πιο προσεκτική ανάγνωση μπορεί να ιδωθεί κάλλιστα και ως προσωπική και ομφαλοσκοπική θέαση του κόσμου.

Ο Τσέζαρε Παβέζε επιβεβαιώνει, αφ’ ενός, τη θέση που έχει καταλάβει το έργο του, αφ’ ετέρου, επαληθεύει για μιαν ακόμη φορά πως ο έρωτας, αν δεν περιλαμβάνει το θάνατο, του εγώ τουλάχιστον, τότε η ποίηση, ως κατεξοχήν αναπαραστατικό μέσο αυτού του συνδυασμού, οφείλει, έτσι ή αλλιώς, να ξεπεράσει τη ζωή αλλά ποτέ να μην την προσπεράσει.

[Η παραπάνω παρουσίαση δημοσιεύτηκε αρχικά στο πρώτο τεύχος του ποιητικού περιοδικού “Poetix”, άνοιξη 2009.]

χωρίσεμεις – παρουσίαση

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

*

Δ Η Μ Η Τ Ρ Η Σ   Τ Ζ Ο Υ Μ Α Κ Α Σ


Δ Η Μ Η Τ Ρ Η Σ   Α Θ Η Ν Α Κ Η Σ

*

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009, 18:00
IANOS Σταδίου 24

*

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ (ΔΕ)ΚΑΤΩΝ σάς προσκαλεί στην παρουσίαση των βιβλίων

«Η ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ΝΗΣΟΣ ΚΥΝΑΙΔΟΣ» του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΖΟΥΜΑΚΑ

και «ΧΩΡΙΣΕΜΕΙΣ» του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΘΗΝΑΚΗ.

*

Για το βιβλίο του Δ Η Μ Η Τ Ρ Η   Τ Ζ Ο Υ Μ Α Κ Α θα μιλήσουν

ο συγγραφέας ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΥΔΙΩΤΗΣ και ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ, ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Μανδραγόρας».

*

Για το βιβλίο του Δ Η Μ Η Τ Ρ Η   Α Θ Η Ν Α Κ Η θα μιλήσουν

οι ποιητές ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ και ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ,

ενώ ποιήματα θα διαβάσει ο ποιητής ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΛΟΥΚΑΣ.