ο βίος του ισμαήλ φερίκ πασά – ρέα γαλανάκη

o_vios_toy_ismail_ferik_pasa_rea_galanaki

Όταν, κατά τα χρόνια της οθωμανικής -απόλυτης- κυριαρχίας, οι κατακτητές πάσχιζαν με κάθε τρόπο ν’ αφανίσουν τ’ οποιοδήποτε επαναστατικό στοιχείο, μεταξύ άλλων θέσπισαν τη λογική του εξισλαμισμού παιδιών, που στη συνέχεια τους έδιναν υψηλές, στελεχιακές θέσεις στο στρατό και την πολιτική τους. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τον Ισμαήλ Φερίκ πασά της Ρέας Γαλανάκη στο μυθιστόρημά της “Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Spina nel cuore”. Ένα κρητικόπουλο αποχωρίζεται με τη βία από την οικογένεια και τον αδερφό του και καταλήγει στην Αίγυπτο. Εδώ αρχίζουν όλα.

Ο Ισμαήλ μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον όπου παλεύει ανάμεσα στην ελληνική του ταυτότητα και καταγωγή και στην καινούργια του κατάσταση, κατά την οποία οι συμμαθητές του, Οθωμανοί οι ίδιοι στην πλειονότητά τους, τον κοιτούν μ’ ένα περίεργο μάτι, ως ξένος που ήταν. Αυτή η διαδικασία ωρίμανσης του Ισμαήλ είναι, προφανώς, γεμάτη ψυχικά προβλήματα και προβλήματα ταυτότητας, που οι δύο προαναφερθέντες λόγοι δεν αφήνουν το παιδί να ενηλικιωθεί ομαλά, όσο τέλος πάντων θα μπορούσε υπ’ αυτές τις συνθήκες. Κατά την πορεία των γεγονότων, ο Ισμαήλ ξεχωρίζει για την ιδιαίτερή του ευφυΐα και αναλαμβάνει θέση υψηλόβαθμου στελέχους του αιγυπτιακού στρατού. Την ίδια στιγμή, ο αδερφός του, ο Αντώνιος Καμπάνης-Παπαδάκης, εξελίσσεται σε σημαίνοντα αστό των Αθηνών, από εκείνους τους λογίους οι οποίοι όχι μόνο νοιάζονταν για την παιδευτική πρόοδο του σκλαβωμένου λαού, αλλά, παράλληλα, βοηθούσαν, με προσωπικό και εθνικό συνάμα κίνδυνο, τις τοπικές επαναστάσεις εναντίον του κατακτητή.

Έρχεται η στιγμή να “πέσουν” ο ένας στο δρόμο του άλλου, χρόνια μετά, αλλά μ’ έναν τρόπο παράδοξο: μέσω αλληλογραφίας που επιδίωξε ο Ισμαήλ, μιας και λόγω των συνθηκών ήταν αυτός που είχε το “πάνω χέρι” στα εσωτερικά του κράτους, έχοντας γνωρίσει και σχετιστεί με τα σημαντικότερα πρόσωπα της Αιγύπτου εκείνης της περιόδου, όπως ήταν ο Μωχάμετ και ο Ιμπραήμ. Μέσα απ’ την παρέμβαση του Ιωάννη, εξαδέρφου του Ισμαήλ, καταφέρνει, λοιπόν, να έρθει σ’ επαφή με τον αδερφό του στην Αθήνα. Το πρώτο σημείο-κλειδί του μυθιστορήματος της Γαλανάκη είναι η ανταλλαγή των επιστολών. Σ’ αυτές τις επιστολές, τα δυο αδέρφια έχουν απεκδυθεί ως επί το πλείστον τις “ιδιότητές” τους και παραμένουν δύο στενοί συγγενείς που “ξαναβρίσκονται”. Η Γαλανάκη με μιαν αξιοπρόσεκτη βαθμιαία συναισθηματική συνάντηση των δύο αδερφών μέσα απ’ τις επιστολές τους, δείχνει αρχικά την επιφυλακτικότητα που διαχέεται στα γράμματά τους η οποία σταδιακά εξελίσσεται σε αμοιβαία εξομολόγηση και επαναφορά στην αληθινή σχέση αίματος.

Φράσεις όπως “Με πλημμύρισε αβάσταχτος πόθος να ξαναγράψω τα ελληνικά ή μήπως ήθελα να ξαναγράψω στον Αντώνη, τώρα που ήταν πια αδύνατον; Να του γράψω για ό,τι θα μεσολαβούσε ανάμεσα στον ήχο του όπλου και το αίμα“, και “φοβόταν τα ελληνικά μήπως επέμβουν” δείχνουν την εσωτερική πάλη του Ισμαήλ ανάμεσα στις δυο ταυτότητες, στους δυο πολιτισμούς που “Όχι, δεν μπορούσα πια στην ηλικία μου ν’ αλλάξω τα πεδία της μνήμης. Η ιδέα και μόνο της Αιγύπτου σαν χαμένου τόπου με ξάφνιαζε πολύ. Δεν ήταν δυνατόν. Και σίγουρα θα τρελαινόμουν, αν είχα δυο χαμένους τόπους αντί για έναν στην υπόλοιπη ζωή μου· ο δεύτερος μάλιστα ν’ απλώνεται σ’ όλα τα χρόνια της ωριμότητάς μου“. Είναι λοιπόν αξιοσημείωτος ο χειρισμός της Ρέας Γαλανάκη στο θέμα της πάλης των ταυτοτήτων και στο ζήτημα της ισορροπίας ανάμεσα σε δύο βάρκες: στο για πάντα χαμένο και σ’ αυτό το οποίου ο χαμός μοιάζει ν’ αναφαίνεται στο άμεσο μέλλον. Κάτι ανάλογο βρέθηκε να κάνει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης με τα “Νερά της Χερσονήσου” (Κέδρος, 1998), πραγματευόμενος το θέμα των εθνικών και εσωτερικών ταυτοτήτων δύο ηρώων του, ενός χριστιανού κι ενός μουσουλμάνου. Τα δύο αυτά μυθιστορήματα μπορούν κάλλιστα να διαβαστούν διαδοχικά για να καταδειχτεί με σαφήνεια ό,τι αναφέρθηκε παραπάνω.

Και μια μικρή λεπτομέρεια: ο Αντώνης, όταν απευθύνεται στον αδερφό του στα γράμματά τους, στην προσωπική αντωνυμία που χρησιμοποιεί το πρώτο γράμμα είναι κεφαλαίο· για παράδειγμα, “Όμως, μου μένει πάντα χρόνος να Σε σκέφτομαι”. Αυτό είναι δείγμα -και ευφυής λεπτομέρεια της Γαλανάκη- του σεβασμού του αστού Αντωνίου προς τον υψηλόβαθμο αδερφό του, αλλά -ίσως- και ένδειξη μιας υποφώσκουσας τυπικότητας (και ασυναίσθητης) επιφυλακτικότητας έναντι του “εχθρού” αδερφού, που πάντα όμως ρέει το ίδιο αίμα στις φλέβες τους.

Όταν ο αναγνώστης φτάνει στο προτελευταίο μέρος της βασικής αφήγησης του “Βίου του Ισμαήλ Φερίκ πασά”, έρχεται αντιμέτωπος με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ισμαήλ, πριν τον άδοξο θάνατό του, όπου περιγράφονται με μια πλήρη απέκδυση συναισθηματισμών και μελοδραματισμών, τα γεγονότα της κρητικής επανάστασης καθώς και τις αντίδρασης του αιγυπτιακού στρατού του οποίου ηγείτο ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς. Με βήματα αργά και σταθερά, η αφήγηση φτάνει στην κορύφωσή της, ο αναγνώστης οδηγείται στο ζενίθ και το εσωτερικό “άδειασμα” του ήρωα της Γαλανάκη, και το βιβλίο, έτσι, καταλήγει σ’ ένα τέλος όπου όλα είναι πια ξεκάθαρα και ολοκληρωμένα.

Σημαντικά επίσης στοιχεία μπορεί ν’ αντλήσει κανείς απ’ την Τέχνη της εποχής στην Ευρώπη μέσ’ απ’ το ταξίδι του Ισμαήλ με τον Ιμπραήμ, για να συνέλθει ο δεύτερος από την κατάθλιψη που προήλθε εξαιτίας κάποιων στρατιωτικών αποτυχιών. Ταυτόχρονα, αναφέρεται η κατάσταση των απαγορευμένων ευρωπαϊκών βιβλίων που κυκλοφορούσαν κρυφά μεταξύ των Ελλήνων.

Όλ’ αυτά δε θα ήταν έτσι δομημένα και δοσμένα αν η επεξεργασμένη γλώσσα και η ποιητική αφήγηση, αυστηρά όπου κρίνεται απαραίτητη, (εξάλλου, η Γαλανάκη είναι ταυτόχρονα και σημαντική ποιήτρια) στα κατάλληλα σημεία τής συγγραφέως έλειπε. Χωρίς να φτάνει σε σημεία, ούτε για μια στιγμή, σε μελοδραματισμούς και τα τοιαύτα, η Γαλανάκη αποδίδει τους χαρακτήρες της ολοκληρωμένους χωρίς να μένει καμιά απορία για το παρελθόν, το παρόν και το τέλος τους. Το σημαντικό εν προκειμένω είναι ότι η συγγραφέας έχει καταφέρει με τη γλώσσα και την αισθητική της να ταυτίσει τη γλώσσα στο στόμα κάθε ήρωα, ανάλογα όχι μόνο με την προσωπική αλλά και με την ιστορική συγκυρία. Εκεί είναι κερδισμένο το στοίχημα, εκεί είναι και το μεγάλο λογοτεχνικό μάθημα.

Η “εισβολή” του λογοτεχνικού και μυθιστορηματικού στοιχείου στα ιστορικά στοιχεία που αναφέρονται στο “Βίο του Ισμαήλ Φερίκ πασά”, γίνεται κατά τρόπο που δεν προσβάλλει καθόλου ούτε το πρώτο ούτε τα δεύτερα. Η δημιουργική ώσμωση και η λογοτεχνική επεξεργασία της Γαλανάκη αποφεύγουν αυτό που κατά κύριο λόγο συμβαίνει στη σύγχρονη ιστορική λογοτεχνία: το μπλέξιμο του προσωπικού με το ιστορικό, πάντοτε εις βάρος κάποιου απ’ τα δύο. Εξάλλου, η καινούργια έκδοση απ’ τον Καστανιώτη (η πρώτη ήταν απ’ την Άγρα το 1989) συμπεριλαμβάνει ένα εκτενές επίμετρο της συγγραφέως, κατά το οποίο προσπαθεί να εξηγήσει την παρεμβολή του λογοτεχνικού στοιχείου στην ιστορική αφήγηση, αλλά και να δικαιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο ολόκληρη η ιστορία έχει χτιστεί. Άλλωστε, η Ρέα Γαλανάκη είναι γνωστή για τις πετυχημένες της απόπειρες μυθιστορηματικής ανακατασκευής προσώπων του 19ου αιώνα, στο πλαίσιο πάντοτε της λογοτεχνικής χρονικογραφίας που με τα ιδιαίτερα στοιχεία της ανέπτυξε. Και όπως αναφέρει και η ίδια: “…είναι το ίδιο το βιβλίο αναφορά και απόδοση τιμής από την εποχή μας στους πεζογράφους Γ. Βιζυηνό, Μ. Μητσάκη, Εμμ. Ροΐδη, Αλ. Παπαδιαμάντη και Κ. Θεοτόκη”. Η συνέχεια, η εξέλιξη και η διακειμενικότητα στο αληθές και πλαισιωμένο τους εύρος.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

[Η Ρέα Γαλανάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1947. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Αθήνα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα και δοκίμια. Ανήκει στα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων (το 1981). “O βίος του Iσμαήλ Φερίκ πασά” είναι το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που η UNESCO αποφάσισε να εντάξει στο UNESCO Collection of Representative Works (1994). Έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, τουρκικά, βουλγαρικά, ολλανδικά και γερμανικά. Tο μυθιστόρημα “Eλένη ή ο Kανένας” έλαβε το Kρατικό Bραβείο Mυθιστορήματος (1999) και αντιπροσώπευσε την Eλλάδα στο Eυρωπαϊκό Bραβείο Λογοτεχνίας “Aριστείον”, μπαίνοντας στην τελική τριάδα των υποψήφιων έργων (1999). Tο μυθιστόρημα “Θα υπογράφω Λουί” έχει εκδοθεί στις HΠA. Ποιήματα και διηγήματα της συγγραφέως έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. H συγγραφέας έχει επίσης τιμηθεί με το βραβείο “N. Kαζαντζάκης” του Δήμου. Ο “Αιώνας των λαβυρίνθων” το 2003 της χάρισε το Βραβείο Πεζογραφίας “Κώστα Ουράνη” της Ακαδημίας Αθηνών. Τέλος, το μυθιστορηματικό χρονικό “Αμίλητα βαθιά νερά” απέσπασε το 2006 το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.]

Advertisements