[ Τα σηκωμένα δάχτυλα ΙΙ ― Με αφορμή ένα δημοσίευμα του «Φαρφουλά» ]

Θα έχετε ακούσει για τις αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Χθες, δημοσίευσα ένα κείμενο για τα «Σηκωμένα δάχτυλα» και, σήμερα, διάβασα ένα κείμενο στο ιστολόγιο του περιοδικού «Φαρφουλάς» για το 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών που διοργανώνει το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ).

Παραθέτω το ακριβές κείμενο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε:

Εδώ Φαρφουλάς

Διάβασα για το 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών που διοργανώνεται από το “Υπουργείο Πολιτισμού του Μνημονίου” και το ΕΚΕΒΙ και έφριξα. Έφριξα όχι τόσο με το υποκριτικό φιλονεολαιίστικο σκεπτικό τους που από μακριά μυρίζει ενσωμάτωση (παλιά μου τέχνη κόσκινο για τους κρατούντες), όσο με την μακρά λίστα των συμμετεχόντων. Καλά, τόση ποίηση αναμεμιγμένη με αντίδραση (δεν ήταν λίγοι απ’ τους συμμετέχοντες που “εμπνεύστηκαν” από την οργή του Δεκέμβρη του ’08) για να στριμωχτούνε τώρα στα κρατικά καλλιστεία του λόγου, να φιλήσουν το χεράκι των σοφών, να “αναστοχαστούν” τα “συμπλέγματα κατωτερότητας-ανωτερότητας” του Σεφέρη, και τέλος να διεκδικήσουν τη χορηγία του ΟΠΑΠ (τον ΟΠΑΠ που μιλάει για πολιτισμό ενώ έχει εθίσει στον τζόγο εκατομμύρια κόσμο. Αλήθεια μήπως πρόκειται να φοράνε και φανελάκι με τον χορηγό όπως οι ποδοσφαιρικές ομάδες?) ή έστω ένα ταξιδάκι στο Άμστερνταμ?
Κρίμα γιατί μερικούς/ές απ’ αυτούς/ές τους εκτιμούσα και είχαν φιλοξενηθεί στις σελίδες του Φαρφουλά.
Αν έχουν παρασυρθεί ελπίζω έστω την τελευταία στιγμή να γυρίσουν την πλάτη σε ό,τι υποκριτικά τους κολακεύει τον ναρκισσισμό και την ματαιοδοξία. 
Κρίμα επίσης για ορισμένα αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά που συμμετέχουν. Ελπίζω να συνειδητοποιήσουν ότι δεν τιμά την μέχρι τώρα πορεία τους ο ρόλος του μαϊντανού σε τέτοιου είδους πανηγύρια. Κάποιοι άλλοι αντιθέτως, και δεν περιαυτολογώ, αν και νεότεροι στα πράγματα και με περίσσιο ταλέντο έπραξαν σοφότερα. Επέλεξαν προς τιμήν τους να είναι απόντες.

«Ο αληθινός ποιητής δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ως τέτοιος εάν δεν αντιτίθεται στον κόσμο στον οποίο ζει με τον πιο απόλυτο αντικομφορμισμό»
Benjamin Peret

 

«Την ανεξάρτητη τέχνη την φθείραν οι ίδιοι οι δημιουργοί της, οι οποίοι δεν παρέμειναν ανεξάρτητοι».

Λεωνίδας Χρηστάκης, συνέντευξη στον Φαρφουλά τχ. 12.

Εδώ, όπως βλέπουμε, έχουμε πλέον μία πολύ συγκεκριμένη περίπτωση σηκωμένου δάχτυλου· αυτή του γνωστού σε όλους μας πια «αριστερόμετρου» ή, σκέφτομαι, φόρμας της επαναστατικής γυμναστικής. Θα τα πάρω όμως ένα ένα τα σημεία, προσπαθώντας να βγάλω μιαν άκρη.

[ Το τσουβάλι σου και γρήγορα στο σπίτι ]

Έλεγα χθες για τον μανιχαϊσμό των σηκωμένων δάχτυλων, που δεν μπορούν να δεχτούν, εν πολλοίς, ότι υπάρχει κάτι και πέρα απ’ τον διαχωρισμό «άσπρο-μαύρο». Το άρθρο πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Ανοίγει, ως αδέκαστος κριτής των πάντων, ένα τσουβάλι και όποιον πάρει ο Χάρος της επανάστασης και της ορθής, βεβαίως βεβαίως, αντίληψης των πραγμάτων εντός του καπιταλισμού ή του φαντασιακού του.

Σ’ αυτό το κακόβουλο τσουβάλι, λοιπόν, χίλιοι καλοί χωράνε. Μόνο που εδώ έχουμε μία πρωτοφανή διαδικασία. Το άρθρο και ο αρθρογράφος του δεν τσουβαλιάζουν διαφορετικούς ή αντιτιθέμενους μεταξύ τους συγγραφείς, μα ―ακόμη χειρότερα― την άποψή τους για ό,τι προέρχεται «απ’ αλλού» με όλους τους συγγραφείς. Οπότε, η συνταγή έχει ως εξής: Παίρνω ένα τσουβάλι, μαζεύω την άποψή μου, τη συγκεντρώνω, την πετάω μες στο τσουβάλι, μαζεύω και όσους «παρασύρθηκαν» από την αντίθετη απ’ τη δική μου άποψη και τους πετάω μέσα. Ακόμη καλύτερα αν έχω και μιαν αγριεμένη γάτα πρότερου επαναστατικού βίου. Τότε, αυτομάτως, δικαιολογείται το τσουβάλιασμα και αποδώ πάν’ κι άλλοι.

[ Η ανωτερότητα του «κρίμα» και άλλα δαιμόνια ]

Προφανώς, τα σηκωμένα δάχτυλα, αυτεπάγγελτα και ακριβοδίκαια, τα διακρίνει μία ανωτερότητα, η οποία καταλήγει μειωτική, αν όχι κακόβουλη, γι’ αυτόν που τη δέχεται. Έτσι, μία λύπη κι ένα «κρίμα» διαχέεται παντού, με σκοπό, βεβαίως, να καταδείξουν το ασυγχώρητο λάθος και, στη συνέχεια, να φανερωθεί η πλήρης αποστροφή και μετάνοια του ανωτέρου προς τον αποδέκτη της λύπης του.

Τα σηκωμένα δάχτυλα παρουσιάζονται και μεγάθυμα, από καιρού εις καιρόν. Ελπίζουν ότι οι αποδέκτες της λύπης αλλά και των φωνών τους θα επανέλθουν στον ορθό δρόμο γρήγορα και δεν θα διαπράξουν στο μέλλον το ίδιο λάθος. Γενναιοδωρία συναισθημάτων, ναι· ευρεία αντίληψη των άλλων, όχι.

Τα σηκωμένα δάχτυλα, τις περισσότερες φορές, χορεύουν στον ρυθμό ενός κόσμου που ’χουν δημιουργήσει για τον εαυτό τους, νομίζοντας ότι τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν με την κίνηση που διαγράφει το χέρι ώσπου να φτάσει ψηλά, πάνω απ’ το κεφάλι και να εξουσιάσει τον κόσμο.

Ο κόσμος δεν ερωτάται ποτέ τι θέλει.

[ Περί του Φεστιβάλ, του ΕΚΕΒΙ και άλλων διαβολικών πρακτόρων της χούντας ]

Τα σηκωμένα δάχτυλα, φορές φορές, δεν δίνουν σημασία στ’ αυτονόητα. Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου ―υποψιάζομαι, δεν ξέρω― δημιουργήθηκε για την προώθηση του βιβλίου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αλλιώς, θα ονομαζόταν Εθνικό Κέντρο Γούνας, ας πούμε, και θα προωθούσε τον γνωστό ρουχισμό. Το 1ο (προσέξτε, παρακαλώ, τον αριθμό: 1ο) Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών δεν έχει να κάνει, φαντάζομαι, με γούνες (άσχετα αν κάποιοι ή κάποιες συγγραφείς εμφανιστούν μ’ αυτές, έτερον εκάτερον), αλλά με βιβλία. Οπότε, ποιος, λοιπόν, θα έπρεπε να είναι πρωτοπόρος σε τέτοιες διοργανώσεις; Το ΙΚΑ;

Βέβαια, τα σηκωμένα δάχτυλα που κρατούν στην άκρη τους το γνωστό, επαναλαμβάνω, «αριστερόμετρο» δεν αντιδρούν στα ίδια τα γεγονότα, αλλά σ’ αυτούς που τα διοργανώνουν. Ώς εδώ, μπορεί και να συμφωνούσαμε. Ας πούμε, ποιος δεν θα κοίταζε με μισό μάτι ένα Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών που θα διοργάνωνε η Χρυσή Αυγή; Ελάχιστοι, παρότι θα ήθελα η απάντηση να είναι «κανείς». Έστω. Εδώ, όμως, έχουμε το ΕΚΕΒΙ, που ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού, που ανήκει σε όλους εμάς ― παρ’ όλες τις επιμέρους αντιρρήσεις που θα είχαμε επ’ αυτού. Το ΕΚΕΒΙ είναι εθνικό κέντρο, δεν είναι παράρτημα κανενός κόμματος, δεν (θα πρέπει να) πρεσβεύει κανένα σύστημα. Αν το κάνει ως οργανισμός, αυτό ―αυτονόητα― δεν σημαίνει ότι όποιος συμμετέχει, συνεργάζεται, βοηθάει μπαίνει στο τσουβάλι ενός αδηφάγου συστήματος και ξεπουλιέται όσο όσο. Λογικό, έτσι;

[ Ο πραγματικός μου πόνος ]

Πιθανόν, αυτό το κείμενο δεν θα έπρεπε να έχει γραφτεί. Much ado about nothing, θα αντέτεινε κάποιος. Κι όμως, τα σηκωμένα δάχτυλα μου προκαλούν, το ξαναλέω, αποστροφή, με ολίγη από φόβο και στεναχώρια. Και πάω λίγο παρακάτω.

Έχουμε μια νέα γενιά λογοτεχνών που προσπαθεί ν’ ακουστεί, ιδρώνοντας να επιβιώσει σ’ έναν κόσμο δύσκολο, ανέραστο και τερατώδη. Ψάχνουμε τρόπους εμείς οι νέοι λογοτέχνες να πούμε μια-δυο κουβέντες προς τα έξω, γι’ αυτό το έξω ή για το μέσα μας ή για ό,τι άλλο το κεφάλι μας έχει τις αντοχές ν’ αντέξει. Όταν μας δίνεται η ευκαιρία, φωνάζουμε και γκρινιάζουμε ότι το κράτος έτσι, το κράτος αλλιώς. Καλά κάνουμε. Δεν υπάρχει σάλιο. Έχουμε τους εκδότες που είναι, τώρα ακόμη περισσότερο, συγκρατημένοι, εάν δεν μας ζητάνε τα μαλλιά της κεφαλής μας (όσα μάς έμειναν) για να εκδώσουν τα βιβλία μας.

Κι έρχεται το ΕΚΕΒΙ και μας διοργανώνει μία εκδήλωση (παρότι δεν συμμετέχω, λέω «μας» γιατί είναι για τη γενιά μου). Οπότε, θα πούμε «Όχι» γιατί είναι το ΕΚΕΒΙ, ο κακός δαίμονας, ο κακός λύκος, ο κακός καπιταλισμός.

Ε, όχι. ΟΧΙ. Είναι άδικο, κατάφωρα άδικο, να θεωρούνται ξεπουλημένοι οι νέοι συγγραφείς, επειδή προτάθηκαν απ’ τα περιοδικά (ξεπουλημένα κι αυτά; όλα;), ώστε να συμμετέχουν σ’ ένα Φεστιβάλ και, μάλιστα, το πρώτο που διοργανώθηκε ποτέ.

Είναι άδικο ―πώς να το κάνουμε― να παίρνεις ένα τσουβάλι και να βάζεις μέσα το σύμπαν, επειδή έτσι σε βολεύει, επειδή αυτό επιτάσσει η συνείδησή σου, ενώ την ίδια στιγμή δεν δίνεις το δικαίωμα της συνείδησης σε κανέναν άλλον, υποτιμώντας τους πάντες και τα πάντα με μιαν ευκολία εξοργιστική.

Λες και ζεις σ’ έναν άλλον κόσμο.

Λες και ο κόσμος όπου ζεις θέλει μόνο να σ’ εκδικηθεί.

Και τίποτ’ άλλο.

Advertisements

[ Τα σηκωμένα δάχτυλα ]

Δεν ξέρω αν είμαστε η τελευταία φουρνιά μαθητών που το πέρασε αυτό, αλλά στο δικό μου Δημοτικό Σχολείο, στη Δράμα, οι δασκάλες και οι δάσκαλοι σήκωναν χέρι ―ή χάρακα―, αφού είχαν σηκώσει ψηλά, πολύ ψηλά το δάχτυλο φωνάζοντας, ενίοτε ακατάληπτα. Έκτοτε, μου ’χει δημιουργηθεί μία φοβία με τη βία και με τα «σηκωμένα δάχτυλα», η οποία, με τα χρόνια, εξελίχθηκε σε δυσανεξία, σε αφόρητη αποστροφή, κρατώντας κάτι από τον φόβο, προσθέτοντας και κάποια λύπη. Αποστράφηκα τον εαυτό μου όταν, όντας καθηγητής σ’ ένα ιδιωτικό Γυμνάσιο, δεν κατάφερα, έστω τις ελάχιστες φορές, ν’ αποφύγω το σηκωμένο δάχτυλο, το οποίο συνοδευόταν, εξ όσων θυμάμαι, και από ακατάληπτες κραυγές ή βαρετές, εν πολλοίς, νουθεσίες. Πόσο πρωτότυπος να είσαι, εξάλλου, χάνοντας τα λογικά σου;

Ξανά: Δυσανεξία και αφόρητη αποστροφή, με ολίγη από φόβο και λύπη.

Τα σηκωμένα δάχτυλα, δυστυχώς, είναι παντού. Τα συναντάς στην οικογένεια, στους φίλους, στους εραστές, στους συντρόφους, στους περαστικούς, στους ξένους. Τα σηκωμένα δάχτυλα είναι έτοιμα, παντού, να σε κατασπαράξουν, να σου δείξουν τον «σωστό» δρόμο, να σε νουθετήσουν «όπως πρέπει» γιατί αυτά «ξέρουν». Αυτά τα δάχτυλα παραμονεύουν, ως άλλοι μαυροφορεμένοι δωσίλογοι, για να σε καταδώσουν στα βάθη και στα τάρταρα μιας συνείδησης που ούτε επέλεξες ούτε, ενδεχομένως, φαντάστηκες.

Τους φοβάμαι και τους αποστρέφομαι τους ανθρώπους με τα σηκωμένα δάχτυλα. Είναι σαν να ’ναι εκεί κάτι μεγάλα στόματα που άλλο σκοπό δεν έχουν απ’ το να σε καταγγείλουν σ’ ένα δικαστήριο που αποτελείται, απλώς, από μια διαφορετική γνώμη. Η διαφορά αυτής της γνώμης είναι και ο μοναδικός γνώμονας άρσης του δάχτυλου· είναι ο ένας και μοναδικός λόγος να καταδικαστεί μία άλλη γνώμη, μία άλλη άποψη, που έλαχε ―Κύριος οίδες ποιος το κρίνει― να μην αποτελεί σωτηρία και αξιωματική αλήθεια διά σύμπασαν την ανθρωπότητα.

Κι αυτοί άνθρωποι ―εξ επαγγέλματος ή, φυσικά, εξ αφορμής δικαστές, αιώνιοι ή όψιμοι (κατα)δικαστές― δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο, όπου εσύ, ο κάθε φορά υπόλογος του δάχτυλου, βρίσκεσαι υπό την αιγίδα μιας θέσης που δεν σου επιτρέπει ν’ αντιδράσεις· απαγορεύεται το ομιλείν ενώπιον ορθωμένων δαχτύλων· απαγορεύεται η λογική σου να σκεπάσει, έστω και προσωρινά, βρε αδερφέ, τις φωνές που σε πλακώνουν, χτίζοντας γύρω σου ένα σκοτάδι. Το πόσο θα κρατήσει αυτό το σκοτάδι λίγη σημασία έχει. Σημασία έχει που ήρθε· έστω και στιγμιαία.

Τα σηκωμένα δάχτυλα δεν θέλουν να σου μάθουν, δεν θέλουν να διορθώσουν· θέλουν να σε μειώσουν, να σε κάνουν να ξεχάσεις όχι μόνο αυτά που ήξερες, αλλά κι αυτά που είχες τη δίψα να μάθεις.

Στις εποχές των άκρων, τα σηκωμένα δάχτυλα είναι ακόμη συχνότερο φαινόμενο. Ο καθένας, προκειμένου να διατηρήσει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, χτίζει γύρω του τείχη ή τειχία (ανάλογα τις δυνατότητες και τις ανάγκες, ίσως) και βγαίνει απ’ αυτά μόνον όταν είναι να στρατολογήσει ―πάντα με σηκωμένο δάχτυλο― στη δική του άποψη περαστικούς ή μη. Να πούμε βέβαια εδώ ότι το παράλογον του σηκωμένου δάχτυλου είναι πιθανόν να μην αποτελεί μονιμότητα· μπορεί να εμφανίζεται ως ξέσπασμα της στιγμής, ως αντίδραση στο παράλογον της «απέναντι» πλευράς. Να με συμπαθάτε: Μαλακίες.

Και η δική μας, τώρα, είναι μια εποχή των άκρων. Ο αφόρητος μανιχαϊσμός ενεδρεύει παντού, είναι στημένος σε κάθε γωνιά της καθημερινής μας πρακτικής. Δεν είσαι μαζί μου; είσαι με τον άλλον. Δεν πιστεύεις αυτό; ε, τότε, πιστεύεις εκείνο. Τα σηκωμένα δάχτυλα αγαπούν τη παράλογη λογική τού «άσπρο-μαύρο». Προφανώς, είναι δύσκολο ―αλλά όχι ακατόρθωτο― να μην παραδεχτούμε ότι, ναι, μπορεί σήμερα, ειδικά σήμερα, να πρέπει να διαλέξεις ένα «στρατόπεδο». Δυστυχώς όμως, αυτό που μας διαφεύγει τις περισσότερες φορές είναι πως, αφενός, κάθε στρατόπεδο μπορεί να έχει τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις και, αφετέρου, στο ένα ζήτημα να είσαι μ’ αυτό το «στρατόπεδο» και στο δεύτερο σε κάποιο άλλο. Κι όμως, τα σηκωμένα δάχτυλα απαιτούν καθαρότητα. Καθαρότητα στην άποψη, καθαρότητα στη θέση, μονιμότητα και μη υποχώρηση σε αρχές και αξίες ―«εγγενείς» ή «επίκτητες», δεν έχει σημασία γι’ αυτά τα δάχτυλα―, επιμονή σ’ αυτό και σ’ εκείνο, λατρεία σ’ αυτό και στο άλλο, αποστροφή στο τάδε και στο δείνα.

Κουράστηκα.

Η καθαρότητα, ο παντός είδους «πουρισμός», η σώνει-και-καλά-σαφήνεια μου δημιουργούν μία αβάσταχτη τάση φυγής ― αν, βέβαια, δεν με κάνουν ν’ αντιδράσω με τον ίδιο τρόπο, που μοιραία με οδηγεί κι αυτός στη φυγή. «Φοβάμαι, σου λέω, τα τακτοποιημένα όνειρα», λέει ο ποιητής Γιάννης Ποταμιάνος. Ναι, είναι να φοβάσαι την απόλυτη τακτοποίηση. Την απόλυτη τακτοποίηση που είναι απόρροια μιας λυσσαλέας επιθυμίας να πάρεις θέση σε μια μάχη που, εκτός του ότι δεν έχει νικητή, δεν αποτελείται ούτε από εχθρούς ούτε καν από δύο παρατάξεις. Ειδικά στις εποχές των άκρων, νομίζω, οι «παρατάξεις» είναι περισσότερες των δυο και, σίγουρα, δεν είναι πάντοτε αντικρουόμενες. Τα σηκωμένα δάχτυλα μοιάζουν να μην το καταλαβαίνουν αυτό. Ή, ίσως, το καταλαβαίνουν μ’ έναν τρόπο που εγώ δεν μπορώ να δεχτώ ή να αντιληφθώ. Πάσο.

Πιθανώς, θα έπρεπε να τελειώσω αυτό το κείμενο με προτάσεις και εναλλακτικές, οι οποίες, είναι πολύ πιθανό, θα κατέληγαν σε μπουρδολόγες νουθεσίες. Δεν έχω ούτε προτάσεις ούτε εναλλακτικές. Αυτό το κείμενο μόνο έναν φόβο και μιαν αποστροφή ήθελε να εκφράσει· μια λύπη, μια στεναχώρια που υπάρχουν αυτά τα δάχτυλα και αδικούν ―κατάφωρα αδικούν― τους ιδιοκτήτες τους. Και μια συγγνώμη σ’ όσους ένιωσαν ποτέ να τους σηκώνω το δάχτυλο. Ακόμη κι αν ήθελα όσο τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή να το κάνω, σίγουρα θα το μετάνιωσα σε λιγότερο από τρία δευτερόλεπτα. Την επόμενη φορά, σπάστε τό μου.

δ_αθηνάκης