Σώτη Τριανταφύλλου | Σύντομο γράμμα από τη Νέα Υόρκη (Επιστροφή στο Άλφαμπετ Σίτι)

Ο Ιανουάριος δύει κόκκινα και πορτοκαλί· αρρώστησα κιόλας τρεις φορές κι έγινα καλά τέσσερις. Η πόλη διαστέλλεται σφαιρικά, φωτεινά κι έγχρωμα· οι κήποι μοιάζουν ηλεκτρικοί. Οι αλκυονίδες μέρες θα κρατήσουν μέχρι το καρναβάλι – στέκομαι, νωρίς το πρωί, στη λεωφόρο D· περιμένω το λεωφορείο μπροστά στο σκυθρωπό εργοστάσιο της Έντισον· απ’ τον ωκεανό φυσάνε παγωμένοι άνεμοι.

Για χρόνια, οι μέρες περνούσαν αργά, με τεράστια τικ τακ, με χέρια που κινούνταν κυκλικά – οι νύχτες έτρεχαν σαν τ’ άλογα που είχα δει στο ροντέο της φυλακής του Χάντσβιλ. Μερικές φορές συνέβαιναν πράγματα που μεγεθύνονταν: τα προσπερνούσα πετώντας σαν το τρελό πουλί του πεπρωμένου. Τώρα με παρσύρει το κύμα του μέλλοντος: δεν αναβάλλω τίποτα – ό,τι δεν μπορεί να γίνει αυτή τη στιγμή, δεν θα γίνει ποτέ. Διασταυρωνόμαστε στην 11η οδό, στην πλατεία όπου κάποτε στρατοπέδευαν οι άστεγοι· εσύ νοσταλγείς ήσυχες πολιτείες -το πάρκο των όπλων στο Κάρντιφ- εγώ ψάχνω ακόμα τη Μοναχική Λεωφόρο που τραγουδούσε ο Ντοκ Πόμους. Oι νύχτες αρχίζουν αργά και τελειώνουν νωρίς: στην πρωινή λευκότητα, oι μορφές σκύβουν στα ελικοδρόμια, οι στρατιές του σκοταδιού σβήνουν κι εξαϋλώνονται – νωχελικοί μαύροι μαζεύουν τα σκουπίδια της νύχτας στη γωνία 5ης και C. Ζω τυχαία, διασχίζοντας ένα χαμένο εμβαδόν: ο κόσμος είναι η χύτρα της μάγισσας, κι έχω πέσει στον πάτο της. Βλέπω φαντασμαγορικά όνειρα: φρούτα πλέουν στο διάστημα, ο κόσμος είναι εξαίσια φωταγωγημένος. Φαίνεται μακρινός ο καιρός που οι μέρες ήταν ωμές, που τα τοπία ήταν τυφλά – τώρα περπατάω μ’ ελαφρά βήματα έξω απ’ το Τίφφανυ’ς· τα τζάμια θρυμματίζονται και τα διαμάντια κυλάνε στα πεζοδρόμια.

Είμαι ευτυχισμένη που βρίσκομαι έξω απ’ τη φυλακή του Χάντσβιλ κι όχι μέσα· που δεν είμαι ξαπλωμένη σε συρτάρι νεκροτομείου. Είμαι γεμάτη ευγνωμοσύνη: τα σύννεφα με προσπερνούν κι εγώ βαδίζω εδώ, πάνω στον ζωντανό, επίχρυσο χάρτη του Καίσαρα.  Είναι μακρύς ο χειμώνας: οι σκιές σκουραίνουν κι οι άνεμοι βρυχώνται· – αστραφτερές βροχές χτυπάνε τις γέφυρες.

 

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Advertisements

«Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω…»

«Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω…»

 

Πόνος, απορία, οργή για την εν ψυχρώ εκτέλεση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό. Μια κατάθεση ψυχής σε τρεις χειρόγραφες σελίδες γραμμένες από το χέρι μιας μαθήτριας της Γ’ Λυκείου της Σχολής Μωραΐτη, εκεί όπου φοίτησε για κάποια χρόνια ο 15χρονος. Είχαν διαγώνισμα χθες το πρωί στο τμήμα της, στα Μαθηματικά. Λίγο αργότερα εκείνη παρέδωσε την κόλλα της. Τρεις σελίδες χωρίς αριθμούς και εξισώσεις, γεμάτη από λέξεις, συναισθήματα και σκέψεις για όλα αυτά που έγιναν τις τελευταίες δυο ημέρες. Αποσπάσματα δημοσιεύει η «Ελευθεροτυπία»:

 

«Οχι, δεν διάβασα. Και ούτε θα είχα την ενέργεια να γράψω. Τα ίδια γυρνάνε στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Πάνε πάνω από 24 ώρες που σκέφτομαι το ίδιο πράγμα. 15 χρονών, Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Το είδαν οι κολλητές μου. Στη Μεσολογγίου. Τον ήξερα μόνο φατσικά. Ηξερα τους κολλητούς του όμως…

…Εγώ δεν ήμουν εκεί. Είχα πάει Ψυρρή. Ηξερα ότι οι άλλες ήταν Εξάρχεια. Κανείς δεν είχε βγει από την υπόλοιπη παρέα. Ισως κάτι να ήξεραν παραπάνω. Ούτε εγώ ήθελα να πάω Εξάρχεια. Είπα “θα περάσω μετά”. Η Α… βρέθηκε στον δρόμο μου και ήρθε και μου ‘πε “15 χρονών παιδί νεκρό στη Μεσολογγίου”. Ο νους μου πήγε στους δυο Ν…, είναι οι μικρότεροι εκεί πέρα. Για τρεις ώρες μετά ζήτημα να έβγαλα δέκα κουβέντες. “Ποιος είναι;”, “Πώς είναι η φάτσα του;”, “Είναι ο αδελφός του Τ…;”, “Δεν πιστεύω να ‘ναι ο Ν…”. Τα τηλέφωνα βάραγαν όλο το βράδυ από παντού. Κλείσαν τα Εξάρχεια. Τα κορίτσια ήταν ακόμα εκεί. Και εγώ δεν ήμουνα κοντά τους. Γιατί δεν ήμουν κοντά τους; Δεν ήθελα να το δούνε αυτό. Δεν ήθελα να τους σημαδέψει μια τέτοια εικόνα. Μακάρι να μπορούσαμε να κλείσουμε τα μάτια στις φρίκες, να μην αφήνουμε τον άλλον να βλέπει, για να μην βλέπει εφιάλτες. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Δυστυχώς. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε το διεστραμμένο ύφος του κάθε τέρατος. Ακουγα. Ακουγα για το υπόλοιπο βράδυ, τα κρατούσα μέσα μου δεν έλεγα τίποτα. Σοκ. Επαιρνα τα κορίτσια τηλέφωνο. Μου έλεγαν τι έγινε: “Πριν 10 λεπτά σε αυτό το σημείο καθόμασταν. Εσκασε ένα περιπολικό και άρχισε το παιδί να το κοροϊδεύει. Ο μπάτσος μετά από φωνές σημάδεψε από ενάμιση μέτρο απόσταση. Τρεις σφαίρες. Μία τον πέτυχε στην καρδιά. Κοίταξε επάνω και σωριάστηκε πίσω. Λίγο ακόμα κατάφερε να αναπνεύσει. Μετά; Ασθενοφόρα, Λιποθυμίες. Η Κ… έπαθε κρίση πανικού. Η Τ… έκλαιγε, οι άλλες δύο… σοκ. Και στον αέρα να κυκλοφορούν οι λέξεις: Πέθανε – Παιδί – μίσος – οργή – μα είναι νεκρός – Πέθανε σας λέω – εκδίκηση. Μετά καπνός. Σπάστε τα ΟΛΑ. Σπάστε, σπάστε να γίνει η Αθήνα μαύρη σ’ ένα βράδυ. Να μην υπάρχει τίποτα αύριο. Να ξεκινήσουν όλα από το μηδέν. Πώς τόλμησε ο δολοφόνος, πώς το σκέφτηκε; Εχει χρέος να αυτοκτονήσει. Να πεθάνει με τον χειρότερο τρόπο. Να ζήσει μια ζωή μέσα από τύψεις, τη χειρότερη ζωή. Να αυτοκτονήσει. Για αυτούς που το είδαν, για τους κολλητούς του, για την οικογένειά του. Να αυτοκτονήσει αυτός και κάθε άλλος μαλάκας που μας θέλει νεκρούς. ΜΙΑ ΜΑΣ ΘΕΛΕΤΕ ΕΣΕΙΣ; ΕΜΕΙΣ 10! ΕΚΔΙΚΗΣΗ! ΟΛΑ ΕΔΩ ΘΑ ΦΑΝΟΥΝ. Κανένας από σας δεν θέλω να έχει το θράσος να με κοιτάξει στα μάτια. Μην μου μιλήσει κανένας σας. Την ασφάλειά μου πλέον εξασφαλίζουν μόνο οι φίλοι μου και αυτοί που θεωρώ οικογένεια…

…Με αυτή τη σκέψη κοιμήθηκα… Ξύπνησα 8. Δεν ήμουν σίγουρη για το τι συνέβαινε αλλά σηκώθηκα πήγα… κάπως μηχανικά. Βρήκα τις άλλες. Το ξέραμε όλες. Τίποτα πλέον δεν είναι ίδιο. Ούτε σε μας ούτε στον κόσμο. Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να κλάψει ούτε να συνειδητοποιήσει τι γινόταν. Κάθισα μαζί τους.

Είδα τον Ν… τον κολλητό του. Σηκώθηκα. Τον αγκάλιασα. Δεν είπαμε τίποτε άλλο. Τον έσφιξα και με έσφιξε. Τα μάτια του ήταν πρησμένα. Γιατί Ν… μου να το έχεις δει αυτό; Το πιο σκληρό πράγμα στον κόσμο. Εσπασα. Ας καιγόταν όλη η Αθήνα, ας γινόντουσαν όλα μαύρα, δεν με νοιάζει. Δεν πρέπει να υπάρχουν τέτοια πρόσωπα. Δεν πρέπει να υπάρχουν τέτοιες σκέψεις. Η πορεία ξεκινά. Αποφασίζουμε να πάμε μαζί με την Ρ…

…Δεν άργησαν οι ηλίθιοι να ρίξουν χημικά. ΚΑΛΑ ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΤΕ; Τα παιδιά καίγαν, καίγαν, καίγαν. Καπνοί παντού. Και εμείς τρέχαμε. Πατησίων, Αλεξάνδρας, στενά, στενά κι άλλα στενά. Μας κυνηγά διμοιρία. Ποιον κυνηγάς ρε; κάτσε στα αυγά σου! Αυτή η μέρα είναι για τον Αλέξανδρο. Κάνε πίσω επιτέλους…

…Τρέξιμο, τρέξιμο. «Μπαίνουμε μέσα στα Εξάρχεια». Βρήκαμε κάποιους δικούς μας. Και εκεί βρεθήκαμε ξαφνικά. Στο σημείο. Στη Μεσολογγίου και η Ρ… πάγωσε. Και από πίσω να μας ακολουθούν. Ε, όχι και εδώ ρε. Γιατί πατάς εδώ; Την πήρα από το χέρι να την κάνω να τρέξει…

…Μέσα σε όλους τους καπνούς η Ρ… τρέχει πίσω από τους ΜΑΤάδες και ουρλιάζει: “Είμαι 17! Σκοτώστε με! Αντε! Δολοφόνοι”. Ρ…, φύγε έρχονται από στενά. Τρέχει. Η συνέχεια έχει σημασία; Δε νομίζω. Απλά περνάνε οι ίδιες σκέψεις από το μυαλό μου… Σε τι κόσμο μεγαλώνουν τα παιδιά; Γιατί μας θέλουν νεκρούς; Δεν θέλω να ξαναγίνει αυτό. Πώς θα αντιδράσω; Πώς θα τους κάνω να μετανιώνουν που γεννήθηκαν; Πώς θα κάνω τον κόσμο να καταλάβει; Γιατί με θέλουν νεκρή; Εκεί ήταν που γύρισα σπίτι. Και η μόνη ασφάλεια ήταν η αγκαλιά της μάνας μου. Και έκλαιγα, έκλαιγα μέχρι σήμερα. Ασε με τώρα μη μου μιλάς. Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω. Και μη με κοιτάξεις στα μάτια γιατί η θλίψη μου θα γίνει οργή».

 

***

 

Σήμερα τα ΜΑΤ έδερναν μαθητές και μαθήτριες, σήμερα πάλι οι θεματοφύλακες της τάξης και της ασφάλειας τα έβαλαν με τους “αλήτες”, με τα “τσογλάνια”, με τους “χούλιγκανς”.

Χθες σκότωσαν. Αύριο θα το ξανακάνουν.

Την ώρα που ο πρωθυπουργός της χώρας, όπως λέει και η Σ.Τ. παρακάτω, εκφράζει την οδύνη του διαβάζοντας χαρτιά που του έγραψαν άλλοι.

***

White riot (ή “Άκου ανθρωπάκο”)

 

της Σώτης Τριανταφύλλου

Οι «εξεγέρσεις», οι ταραχές, οι βανδαλισμοί οφείλονται πάντα (πάντα), είτε σε συγκεκριμένη συναίσθηση αδικίας, είτε σε γενικευμένη δυσαρέσκεια. Οι χούλιγκανς των δρόμων οφείλουν την ύπαρξή τους στους χούλιγκανς της επίσημης πολιτικής, ολόκληρου του ιδεολογικού φάσματος: η κοινωνική «βάση» βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση -όπως σωστά λένε οι μαρξιστές- με τις ηγεσίες, ακόμα κι όταν αυτές δεν βρίσκονται στην εξουσία. Το παρόν (η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τα «μπάχαλα») συμβαίνει «επειδή», όχι «για να»: αν οι νέοι και οι λιγότερο νέοι είχαν μεγαλώσει σε μια πιο πολιτισμένη κοινωνία, με μια όχι τόσο χονδροειδή αριστερά και με κυβερνήσεις που να μην επιβάλλουν σύστημα επιβίωσης των 700 ευρώ μηνιαίως, ίσως να ενεργούσαν με περισσότερη νηφαλιότητα. Ωστόσο, το πρόβλημα απέχει αρκετά από το να είναι οικονομικό.

Oι “urban riots” αποτελούν διαφορετικό φαινόμενο από όσα γνωρίζει η Ελλάδα των αγροτών, των δημοσίων υπαλλήλων, των παπάδων και των ταξιτζήδων. Στο χώρο της πόλης αναδύονται καινούργια στρώματα και καινούργια προβλήματα:φυλετικές διακρίσεις, υποβάθμιση σχολείων, κατάπτωση των εσώτερων πόλεων (με παράλληλο εξωραϊσμό των προαστίων), στεγαστική ανεπάρκεια. Οι εξελίξεις έχουν ξεπεράσει τη νοημοσύνη των πολιτικών: περιβαλλόμαστε άραγε από ηλιθίους;

Aπό την άλλη πλευρά, αναρωτιέμαι: Γιατί αποθεώνεται ο αρνητικός ηρωισμός; Γιατί η βία δεν ενσωματώνει σαφώς εκπεφρασμένες ιδέες; Είναι μήπως οι αναρχικοί (με ή/και χωρίς εισαγωγικά) προγλωσσικοί, ή απλώς χάνουν το δίκιο τους εξαιτίας της ίδιας τους της βαναυσότητας; Τι σημαίνει «ταξικό μίσος» το 2008; Αμφιβάλλω ότι οι ηγεσίες, οι «νοικοκυραίοι» που τις αναδεικνύουν (και οι οποίοι βρέθηκαν, ξαφνικά, μπροστά στις σπασμένες τους βιτρίνες), καθώς και οι εργατοπατέρες μπορούν να σκεφτούν τέτοια ερωτήματα· πολύ λιγότερο μπορούν να τα απαντήσουν.

Πώς «κινείται»
σήμερα το εργατικό κίνημα; Απάντηση: οι εργάτες θέλουν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι· έχουμε, προ πολλού, παγιωθεί ως μια μικρή, μισο-ευρωπαϊκή γραφειοκρατία όπου οι εργαζόμενοι συνδικαλίζονται αλλοπρόσαλλα, ανέξοδα και ανώδυνα, με μοναδικό στόχο την οικονομική τους «εξασφάλιση». Ξέρω τον αντίλογο: ξέρω τα απαρχαιωμένα αιτήματα του ΚΚΕ, τα επιχειρήματα περί του αδιάσειστου δίκιου της φτωχολογιάς. Ωστόσο, τα ζητήματα είναι πιο σύνθετα· γι’ αυτό και η παραδοσιακή αριστερά δεν μπορεί να ελέγξει ένα τόσο μεγάλο και βίαιο πλήθος.  

Oι προαναφερθέντες μικροαστοί
διαμαρτύρονται, μαζί με βουρκωμένους δημοσιογράφους, για την καταστροφή των περιουσιών τους. Είμαστε έθνος γέρων που κραδαίνουν μαγκούρες χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω τους. Οι καταστροφές, οι λεηλασίες οδηγούν σε όλο και πιο μισαλλόδοξες θέσεις: γιατί οι Πακιστανοί πλιατσικολογούν; Απάντηση: γιατί τούς προσφέρεται η δυνατότητα. Εξάλλου, η κλοπή ηλεκτρονικών υπολογιστών από μαγαζιά του κέντρου δεν συνιστά «βίαιο έγκλημα». Βίαιο έγκλημα είναι ο πυροβολισμός άοπλων πολιτών.

Ο πρωθυπουργός κ. Καραμανλής, που προέβη σε συναισθηματικές δηλώσεις μετά το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τις διάβαζε. Τι μπορεί να περιμένει κανείς από έναν πολιτικό που αδυνατεί να εκφράσει απλή συντριβή, χωρίς να συμβουλεύεται έγγραφα τα οποία έχουν συνταχθεί από άλλους; Και ο οποίος αρνείται να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τις καταχρήσεις αστυνομικής εξουσίας και τη θεσμοποίηση των λεγόμενων κουκουλοφόρων; (Σημειώνω εδώ ότι κι εγώ γίνομαι «κουκουλοφόρος» όταν θέλω να προστατευτώ από τα ασφυξιογόνα: ποιοι είναι, επιτέλους, αυτοί οι περιβόητοι κουκουλοφόροι; Έχουμε ήδη γνωρίσει δύο γενιές κουκουλοφόρων: η πρώτη πρέπει να πλησιάζει πια την ηλικία της συνταξιοδότησης).

Να αναρωτηθούμε: Γιατί «τσιρίζουν» τα πιτσιρίκια στην Ελλάδα; Απάντηση: επειδή τσιρίζουν οι μεγάλοι. Γιατί καίνε τις σημαίες; Διότι η απλή αυτή και αβλαβής πράξη προξενεί τη φρίκη των Ελληναράδων. Και διότι συμβολίζει την εθνικόφρονα δεξιά (εκείνη που δίδαξε στους Έλληνες πώς να ασκούν βία, πώς να δολοφονούν, να βυσσοδομούν και να νοθεύουν τη δημοκρατία), καθώς και την εθνικόφρονα αριστερά που, εξαιτίας της στενοκεφαλιάς της, απέτυχε στο να δημιουργήσει επαναστατικό πολιτισμό.

Η μόλις προηγούμενη γενιά
της σημερινής συντηρητικής παράταξης σκορπούσε τον τρόμο και δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν. Ήταν «εκτός ελέγχου», όπως ακούγεται σήμερα για τους «ταραχοποιούς». Οι σημερινοί mean streets μοιάζουν με αυλή κολεγίου μπροστά στις ασχημίες της δεξιάς, του παρακράτους και του παλατιού μέχρι το 1974.  Όμως, πάσχουμε από συλλογική αμνησία: σαν να έχουμε δεχτεί κλοτσιά στο κεφάλι.

Ο μύθος των Εξαρχείων:
Σε χυδαίες τηλεοπτικές εκπομπές οι παρουσιαστές επέμεναν ότι «ο άτυχος Αλέξης δεν σύχναζε στα Εξάρχεια». Συμπεραίνω ότι όποιος «συχνάζει» στα Εξάρχεια, συμμετέχει στα σύγχρονα Σόδομα και μπορεί να αποβεί «άτυχος». Ή ότι είναι «αναρχικός». Ή πρεζάκι. Ή μέλος της περιθωριακής και δύσοσμης underclass. Ή όλα μαζί. Ωστόσο, οι πολίτες που δεν γνωρίζουν τα Εξάρχεια πρέπει να μάθουν ότι πρόκειται για την κατεξοχήν κεντρική συνοικία της πρωτεύουσας όπου η τιμή του τετραγωνικού ξεπερνάει τις 3.000 ευρώ.
Ποια θα έπρεπε να ήσαν τα αιτήματά μας: λιγότερη αστυνομία· άοπλη αστυνομία («περισσότερη» αστυνομία ισοδυναμεί με περισσότερα εγκλήματα: πρόκειται για ιστορικό hard fact. H αστυνομία, οι φυλακές, τα συστήματα καταστολής και σωφρονισμού προηγούνται των εγκληματιών· κατά κάποιον τρόπο τούς επινοούν). Κατάργηση της ιδιωτικής αστυνομίας και των ειδικών φρουρών: τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από τα σώματα Κ.Δ.Ο.Α. (Κτηνώδης Δύναμη, Ογκώδης Άγνοια).

Τέλος: Αν έχει κάποια σημασία, και σε ό,τι με αφορά, είμαι πάντα και ολοκληρωτικά εναντίον της βίας. Αν έχω ένα ίνδαλμα από την πρόσφατη ιστορία της ανθρωπότητας είναι ο Γκάντι: και μ’ αυτό, I rest my case.

Επιστροφή στο Ντητρόιτ – Σώτη Τριανταφύλλου

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΝΤΗΤΡΟ’Ι’Τ

Panic in Detroit – 2 Noεμβρίου 2008

Φέτος τον Νοέμβριο πήγα στο Ντιτρόιτ για τις αμερικανικές εκλογές∙ τον Αύγουστο του ’87 είχα πάει για μια συναυλία της Aretha Franklin. Η Aretha μόλις είχε μπει στο Rock’n’Roll Hall of Fame, κάτι που μου φαίνεται, εκτός από μια ακόμα διεστραμμένη αμερικανική επινόηση, σκέτoς εξευτελισμός. Και σαν να μη φτάνει αυτό, το Rock’n’Roll Hall of Fame βρίσκεται στο Κλήβελαντ του Οχάιο, ένα μέρος όπου κανείς δεν θέλει να πάει να χάσει τον καιρό του. Είτε μ’ αρέσει, είτε όχι, το Hall of Fame υπάρχει, και η Aretha ξετρελάθηκε απ’ τη χαρά της που τη δέχτηκαν ως μέλος. Δεν ξέρω γιατί. Για να φτάσω στο Ντητρόιτ, πήρα ένα αεροπλάνο της Northwestern – βρήκα ένα φτηνό εισιτήριο από κείνα που περιμένεις μήπως και δεν σκάσει μύτη κάποιος, και πράγματι πάντα κάποιος δεν σκάει∙ έτσι, την τελευταία στιγμή, ενώ ο πιλότος έχει πάρει κιόλας θέση στο κόκπιτ, σου δίνουν το εισιτήριο μισοτιμής. Ανεμίζοντας την κάρτα επιβιβάσεως, όρμησα στο αεροπλάνο και σωριάστηκα στη θέση με κομμένη την ανάσα. Έτσι, πήγα στο Ντητρόιτ.

Ενώ προσγειωνόμασταν, ένα άλλο αεροπλάνο της Northwestern έπεφτε μπροστά στα μάτια μας τη στιγμή που απογειωνόταν. Εκατόν πενήντα έξι άνθρωποι σκοτώθηκαν. Ο θάνατος διαγραφόταν στον ορίζοντα σε πολλαπλές εικόνες και ήχους: το αεροπλάνο χτύπησε στην αερογέφυρα του αυτοκινητόδρομου και κομματιάστηκε φλεγόμενο∙ καιγόταν με μια μεγάλη φωτιά που μαύριζε τον ουρανό. Αργότερα, μάθαμε πως επέζησε μονάχα ένα τετράχρονο κοριτσάκι που το έλεγαν Σισίλια. Τώρα η Σισίλια θα είναι είκοσι πέντε ετών.

Αυτή ήταν η πρώτη μου μέρα στο Ντητρόιτ, τον Αύγουστο του ’87∙ μια πόλη ανάπηρη, κομματιασμένη. Σκέφτηκα το “Panic in Detroit” του David Bowie∙ δεν ήταν η πρώτη φορά που το σκεφτόμουν: ο πανικός ταιριάζει στο Ντητρόιτ. Πέντε χρόνια νωρίτερα, ενώ ταξίδευα προς την Καλιφόρνια μ’ ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, είχα ανεβεί στο Ντητρόιτ – στο Ντητρόιτ ανεβαίνεις, στο Μαϊάμι κατεβαίνεις – κι εκεί έμπλεξα με μια παρέα που άκουγε hardcore – ποτέ δεν άκουγα hardcore με δική μου πρωτοβουλία, αλλά, πράγμα παράξενο, έμπλεκα κατ’ εξακολούθηση με hardcore παρέες – και πήγαμε σ’ ένα μπαρ, το Freezer Theater, που βρισκόταν στη λεωφόρο Κας, κοντά στο Μπρονξ Καφέ όπου δούλευε ένας φίλος μου από τη Νέα Υόρκη. Έκανε καριέρα στα καφενεία του Ντητρόιτ. Καταλήξαμε όλοι μαζί στο Freezer Theater επειδή εκεί έπαιζαν hardcore οι Negative Approach, και, όπως ήταν αναμενόμενο, η νύχτα εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Ο εφιάλτης ταιριάζει στο Ντητρόιτ: κάποιος βρέθηκε νεκρός στην τουαλέτα του Freezer, και η αστυνομία μπούκαρε με τον τρόπο που μπουκάρει η αστυνομία στις Ηνωμένες Πολιτείες: σαν να επελαύνει ο στρατηγός Σέρμαν στον Πόλεμο της Απόσχισης. Κι αφού μπούκαρε, ανακάλυψε σύριγγες, φακελάκια με σκόνες, ένα σωρό junk, και shit και horse, δεν θυμάμαι ποια ήταν τότε η πιο συνηθισμένη λέξη για την πρέζα. Αργότερα, στο τμήμα, προσπαθούσα να πείσω τους μπάτσους ότι είχα «ανεβεί» στο δρόμο για την Καλιφόρνια, κι ότι θα μπορούσα να έχω «κατεβεί» προς το αναθεματισμένο το Κολάμπους του Οχάιο. Είπα: «Αισθάνομαι άτυχη. Θα μπορούσα να πάρω τον αυτοκινητόδρομο που διασχίζει το Οχάιο και να τα ‘χω αποφύγει όλ’ αυτά.» Πανικός στο Ντητρόιτ. «Ήρθα μονάχα για τη μουσική,» πρόσθεσα. “Music, my ass!” σφύριζαν οι μπάτσοι εξετάζοντας τα μπράτσα μας και αναζητώντας ουλές∙ «πρεζάκια!», «καταραμένα πρεζάκια!» αναφωνούσαν εν χορώ. «Θα τεζάρετε, ρε!» «Μανάδες δεν έχετε; ρε! Πατεράδες δεν έχετε;» Κοιτούσα κι εγώ τα χέρια μου που ήταν άσπιλα εκτός από τη σφραγίδα του Freezer Theater στο εσωτερικό του καρπού. Αλλ’ αυτό δεν άλλαξε τίποτα. Έμεινα στο τμήμα μαζί με καμιά εικοσαριά οπαδούς των Negative Approach, ένας από τους οποίους νοσταλγούσε το ιγκουάνα του. «Τι θα μας κάνουνε;» ρώτησα∙ απάντηση δεν πήρα. Πανικός στο Ντητρόιτ. Στην πραγματικότητα, δεν ένιωθα πανικό∙ δεν ξέρω τι ένιωθα, αλλά όχι πανικό, σίγουρα∙ ίσως είμαι ανίκανη για δυνατά συναισθήματα. Ένας άνθρωπος είχε πεθάνει στο Freezer, μια συναυλία hardcore είχε διακοπεί, βρισκόμουν σε κάποιο άθλιο αστυνομικό τμήμα κοντά στον αυτοκινητόδρομο 75, καταμεσής στο ρημαγμένο Ντιτρόιτ. Στον έλεγχο ταυτοτήτων είχα αποτύχει και παγιδευτεί: «Ποια είσαι, πού πας, γιατί είσαι μόνη σου; Τι σκατά κάνεις μόνη σου;» Απάντησα σε όλα, είπα, «είμαι μόνη μου γιατί κανένας δεν με θέλει», κι ο μπάτσος με κοίταξε με καχυποψία, με οίκτο κι έπειτα πάλι με καχυποψία. «Και πας στην Καλιφόρνια, αλλά, σου ‘ρθε να περάσεις απ’ το Ντητρόιτ.» «Μάλιστα.» «Γιατί;» «Για τον Ιggy Pop, ξέρετε, για τις Supremes, ξέρετε, τους MC5, για την Κράισλερ…» Ήθελα να προσθέσω: «Γιατί με τραβάνε οι ετοιμοθάνατες πόλεις». «Και πού μένεις;» «Στο Μπρούκλυν» – και σ΄ αυτό το σημείο ήθελα να προσθέσω, «σε μια γειτονιά που αργοπεθαίνει», αλλά πρόσθεσα, «στο Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης, ξέρετε.» Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλυν, και τέτοια. Η γέφυρα του Μπρούκλυν, και τέτοια.

Το πρωί μάς άφησαν όλους ελεύθερους, εκτός από έναν που ήταν γεμάτος μελανιές. «Πηγαίντε να ψοφήσετε αλλού, ρε!» τσίριξε ο αρχιφύλακας. «’Αιντε!» Ήμουν άυπνη και δεν θυμόμουν ούτε πού είχα παρκάρει. Μαζί με το παιδί που είχε κατοικίδιο μια ιγκουάνα ψάχναμε γύρω απ’ τη λεωφόρο Κας, στην οδό Τζον Αρ, στη Μπρας, σ’ όλη εκείνη την περιοχή που έμοιαζε βομβαρδισμένη, κι όταν φτάσαμε λίγο πιο νότια, στο Γκρηκτάουν, θυμήθηκα πως είχα αφήσει το αυτοκίνητο έξω από το Μπρονξ Καφέ. «Μετά απ’ όλ’ αυτά, δε θα ξανάρθεις στο Ντητρόιτ,» αναστέναξε το παιδί με το ιγκουάνα, καθώς έμπαινα στο αυτοκίνητο. «Ω,» απάντησα, βάζοντας το κλειδί στη μίζα, «θα ξανάρθω. Σίγουρα θα ξανάρθω.» Ήθελα να προσθέσω: το Aladdin’s Sane – που περιείχε το “Panic in Detroit” – ήταν απ’ τους αγαπημένους μου δίσκους, αλλά φοβήθηκα πως ένας θαυμαστής των Negative Approach είτε δεν έχει ιδέα για τον David Bowie, είτε τον περιφρονεί. «Θα ξανάρθω,» είπα, «Ελπίζω να βρεις το ιγκουάνα σου όπως το άφησες.» Εκείνος κούνησε το κεφάλι, κι έπειτα το χέρι. «Καλή αντάμωση», είπε. So long. So long.

Έτσι, ξαναπήγα. Για χάρη του “Panic in Detroit”, και όλων των άλλων. Τον Αύγουστο του ’87, συνέβη εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα έπειτα από το οποίο δεν είχα καμιά όρεξη να δω την Aretha∙  άλλωστε, δεν βρήκα εισιτήριο για τη συναυλία. Και παρ’ όλ’ αυτά, πέρασα το βράδυ έξω απ’ το auditorium προσπαθώντας ν’ ακούσω τι γίνεται μέσα∙ δεν άκουγα τίποτα (ηχομόνωση!) και μ’ έπιασε το παράπονο, σκεφτόμουν πόσο loser είμαι, πως ούτε μια θέση σε συναυλία της Aretha δεν μπορώ να βρω, πως βρίσκομαι στην πόλη όπου γεννήθηκε η σόουλ και κάθομαι και κλαψουρίζω μέσα στο σκοτάδι. Πως τα μάτια μου είδαν ένα αεροπλάνο να συντρίβεται στον αέρα. “Panic in Detroit”. Αλλά, καθώς σκεφτόμουν τον Bowie και την Aretha, και το “Rock’n’roll Suicide” που παρ’ ολίγο να με στείλει στον τάφο όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών, ακούστηκε μες απ’ το auditorium ένα χειροκρότημα κι έπειτα, πολύ σιγά, με διακοπές, σαν από χαλασμένο τρανζίστορ, το “The House that Jack Built”. Ίσως να το τραγουδούσε για το αναθεματισμένο το Hall of Fame – “The House that Rock Built” – αλλά συγκινήθηκα παρ’ όλ’ αυτά, κι όλοι μου οι φόβοι διαλύθηκαν∙ το Ντητρόιτ, η έρημη λεωφόρος Χάρπερ, τα σταυροδρόμια των εθνικών οδών όπου βρυχώνταν τα αυτοκίνητα της Τζένεραλ Μότορς, το εγκαταλελειμμένο πια Freezer Theater, τα συμπονούσα όλα∙ αναρωτιόμουν τι να σκεφτόταν ο David Bowie όταν τραγουδούσε το “Panic in Detroit”, κι αν είχε μυρίσει τον αέρα του Μίσιγκαν, τον βιομηχανικό, παγωμένο αέρα της νύχτας. Το τραγούδι από το Aladdin’s Sane λέει «σειρήνες ουρλιάζουν μες στη βραδινή μελαγχολία», άρα, συμπεραίνω πως είχε μυρίσει τον νυχτερινό αέρα στο Νητρόιτ. Που, καμιά φορά, αν είσαι τυχερός, γεμίζει από διακεκομμένες νότες, όταν η Aretha τραγουδάει “The House that Jack Built”. Τώρα, ακόμα μια φορά, το Ντητρόιτ, η πόλη που έχτισαν οι αυτοκινητοβιομηχανίες, απλώνεται μπροστά μου πανικόβλητο και έρημο, σαν μια στέπα.

Σώτη Τριανταφύλλου

——————————–

Η Σ.Τ. βρίσκεται στο Ντητρόιτ αυτές τις μέρες. Αυτή είναι η “ανταπόκρισή” της. Τιμή μας και καμάρι μας, φυσικά.

Πιτσιμπούργκο – Σώτη Τριανταφύλλου [Θέατρο Άλεκτον]

Μία ώρα. Τόσο χρειάζεται κανείς για ν’ αναβιώσει μπροστά του εκείνη η ιστορία που βασάνισε γενιές και γενιές Ελλήνων. Όχι’ ανθρώπων. Σκέτο. Αυτή η ιστορία δε σχετίζεται μόνο με την Ελλάδα. Ποιος λαός δεν έχει ξενιτεμένους; Ποιος λαός δεν έχει μετανάστες -gastarbeiters τους λέγαμε κάποτε, όταν έφευγαν στη Γερμανία- που η Αμερική, αυτό το χωνευτήρι των λαών, δεν έχει καταπιεί; Υπό όλες τις έννοιες. Και όχι μόνο στα γεωγραφικά της σύνορα…

Η Νάντια Μουρούζη, συγκλονιστική.

Ο Ζαχαρίας Ρόχας, όπως δεν τον έχετε ξαναδεί.

Κάντε μια βόλτα στον Κεραμεικό και περάστε απ’ το “Άλεκτον”, κάποια Δευτέρα.

Μην περιμένετε λαγούς και πετραχείλια, άρτο και θεάματα.

Ο άρτος έχει φαγωθεί ολόκληρος (ή κρύφτηκε σ’ ένα ντουλάπι γι’ αργότερα – για τις μέρες που θα ‘ρθουν).

Το θέαμα έχει καταποθεί απ’ τον αγώνα. Και ξαναγεννιέται μεγαλύτερο. Πιο ανθρώπινο.

Η μετανάστευση κι ο έρωτας δεν είναι για μεγαλεία.

Είναι γι’ αυτούς που έμαθαν να πονάνε.

Και να ζουν. Μέχρι την τελευταία στιγμή.

——

Κοινωνικό της Σώτης Τριανταφύλλου
Σκηνοθ.: Α. Σωτρίνη. Ερμηνεύουν: Ν. Μουρούζη, Ζ. Ρόχας. Σκην.-κοστ.: Α. Μαχαιριανάκη. Διάρκεια 60′

Ιστορικό, πολιτικό και διαχρονικό κείμενο, το οποίο πραγματεύεται το θέμα της μετανάστευσης των Ελλήνων στις αρχές του 20ού αιώνα

ΑΛΕΚΤΟΝ
Σφακτηρίας 23, Κεραμεικός, 2103422001
Βραδ: Δευτ. 9.30 μ.μ. €15, φοιτ.: € 10. Κρατήσεις: 697 2614148. Διάρκεια: 60′. Μέχρι 26/1.

λίγο από το αίμα σου – σώτη τριανταφύλλου

λίγο_από_το_αίμα_σου

 

Ήρθα στη λογοτεχνία από τέσσερις (τουλάχιστον) δρόμους: από τη φυσική (και τη χημεία: τις θετικές επιστήμες), από τις γλώσσες (και την αγάπη για τις λέξεις), από την υπαρξιστική φιλοσοφία (υπό την ευρεία έννοια: από τον υπαρξιστικό ανθρωπισμό), καθώς και από την επιστήμη της ιστορίας. Σ’ ένα από τα πρώτα μικρά κινηματογραφικά δοκίμια που έγραψα στη δεκαετία του ’80, στην πρώτη σελίδα σημείωνα μια φράση από το «Αντώνιος και Κλεοπάτρα»: My salad days, when I was green in judgment, cold in blood. Δεν βιαζόμουν καθόλου να μεγαλώσω και να «ωριμάσω» όπως συχνά λένε οι άνθρωποι• οι βιβλιοκριτικοί ιδιαίτερα. Δεν βιαζόμουν για τίποτα. Δεν είχα ― και δεν έχω ― καμιά status anxiety: όταν δεν θα θέλω πια να γράφω βιβλία, απλώς θα σταματήσω. Μέχρι τότε, αν έχω την υγεία μου, ίσως διηγηθώ μερικές από τις ιστορίες που έχω στο κεφάλι μου: οι συγγραφείς είναι χρήσιμοι• εμποδίζουν τον κόσμο να καταστραφεί• φέρνουν στη ζωή πράγματα και πρόσωπα που δεν προϋπήρχαν.

Περί τίνος πρόκειται λοιπόν το «Λίγο από το αίμα σου»: πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για την Αφρική• επίσης, για μια ιστορία όπου οι ήρωες αναρωτιούνται Τι είναι ο κόσμος; Ο κόσμος: χορευτής, ροζάριο, χείμαρρος, καράβι, ομίχλη, ιστός αράχνης• ο κόσμος είναι αυτό που θέλεις• «μια κουτουλιά με βουβάλι», όπως λέει ο μπάτλερ της οικογένειας ντε Μπιουτ. Έτσι, οι ήρωες του βιβλίου κάνουν ό,τι μπορούν: μερικοί διαβάζουν εντόσθια, άλλοι κάνουν νεκροψίες• οι πολιτισμοί συγκρούονται αλλά διαφέρουν ελάχιστα. Και ο Ευγένιος Σταμπς, που γράφει ένα μυθιστόρημα, περπατάει ακροποδητί για να μην  εξαγριώσει το φάντασμα. Η πτώση του ανθρώπου είναι ένας γεγονός που δεν μπορεί να ξεγίνει.

Από τις κούρσες ταχύτητας στο Σάρρεϋ μέχρι το Νακούρου και την Εύθυμη Κοιλάδα της Κένυα, οι άγγελοι φοβούνται να διαβούν• ο έρωτας αιμορραγεί• η Λύντια ντε Μπιουτ περιπλανιέται σε μια έρημη χώρα: βλέπει βατράχια στα δέντρα, τα χέρια της μοιάζουν με αχρηστευμένα όπλα• και παρότι στα μάτια του Ευγένιου είναι μια τυραννική Κίρκη, στο τέλος φαίνεται να του λέει «Άξιζα κάτι καλύτερο, ήσουν αγνώμων». Στο μεταξύ, η αυτοκρατορική βρετανική σημαία γίνεται κουρέλι, η πραγματικότητα σκάει πάνω στους λευκούς αποίκους, από τα φλογόδεντρα τα φρεσκοπλυμένα μετά τη βροχή κρέμονται πτώματα. Οι Βρετανοί, απρόσκλητοι στην Αφρική, πρέπει να φύγουν: the party is over! Τη βεβαιότητα και την ανεμελιά διαδέχεται η αιματοχυσία. Δικαιοσύνη θα βρεις στον άλλο κόσμο, σκέφτεται ο Ιερώνυμος ντε Μπιουτ• σ’ αυτόν τον κόσμο υπάρχουν νόμοι.

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

τριανταφύλλου_1

*_*_*_*_*_*

Είναι, ίσως, η πρώτη φορά, μετά το «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης» (Πόλις 1996), που η Σώτη Τριανταφύλλου παρέδωσε ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει ξεκάθαρα και αποτελεσματικά τόσο πολλά διαφορετικά είδη λογοτεχνίας, διατηρώντας, ταυτόχρονα, στο ακέραιο τη γνώριμη, χωρίς εξάρσεις, γραφή της.

Εξηγούμαι: στο «Λίγο από το αίμα σου» συνυπάρχουν αρμονικά το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα με την παράδοσή του που εδράζεται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα -και εξακολουθεί να επηρεάζει τη σύγχρονη λογοτεχνία-, η φιλοσοφική και κοινωνιολογική διάσταση των campus novels, χωρίς να διακρίνεται κάτι τέτοιο εκ πρώτης όψεως, καθώς και ο ποιητικός στοχασμός που μοιάζει να απασχολεί τη συγγραφέα, δεδομένων κάποιων από τα τελευταία της βιβλία, όπως το «Πιτσιμπούργκο» (Αιγέας 2006), η «Συγχώρεση» (Πατάκης 2004) ή και η «Φυγή» (Μελάνι 2004).

Κρύβεται, όμως, και κάτι ακόμα στο τελευταίο της μυθιστόρημα: η διάθεση να εντάξει στη γραφή της το εφηβικό μυθιστόρημα, μια γραφή της αθωότητας, λέξεις και λόγια που βρίσκονται εκεί ως να απευθύνονται στο εφηβικό κοινό, χωρίς την ίδια στιγμή να υποπίπτουν σε στείρο διδακτισμό.

Η αγγλική αριστοκρατία (με όλες τις μανίες και τις εμμονές της), η ίδια η κατακτημένη Αφρική (χωρίς εμμονές αυτή, άγρια και αβοήθητη συνάμα), ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος που, ενώ βρίσκεται στο φόντο φαινομενικά, λειτουργεί καταλυτικά -περισσότερο ως ιδέα παρά ως γεγονός-, στους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, συνιστούν, κατ’ αρχήν, το ιστορικό πλαίσιο στο «Λίγο από το αίμα σου».

Με την Αφρική έχει ασχοληθεί και ο Βασίλης Αλεξάκης στο έργο του «Ξένες λέξεις» (Εξάντας 2003). Το μυθιστόρημα αυτό έχει το χαρακτήρα οδύσσειας με σχεδία τις λέξεις, ειδικά το λεξικό των σάνγκο, όπου ένας «εξερευνητής» βυθίζεται στην αφρικανική ήπειρο και το λαό της, έστω και αποσπασματικά. Ο Αλεξάκης, όμως, στο βιβλίο αυτό χρησιμοποιεί μια απλοϊκή γραφή δίχως, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος πάντα, να διυλίζει το υλικό του στην προσπάθεια περιγραφής της ουσίας της Αφρικής και του αληθούς της γίγνεσθαι και είναι. Απ’ την άλλη, η Σώτη Τριανταφύλλου με το «Λίγο από το αίμα σου» καταγράφει με ξεκάθαρη λογοτεχνική γραφή όλα τα παραπάνω, γνωρίζοντας συγχρόνως το «καταλαβαίνω» σε τέτοια θέματα του ελληνικού, κατ’ αρχάς, αναγνωστικού κοινού, κάτι που πρέπει να αποδώσουμε, σίγουρα, και στον Βασίλη Αλεξάκη.

Στη συνέχεια, η υψηλή ευγένεια του χαρακτήρα του Ευγένιου Σταμπς (συγγραφέας στο μυθιστόρημα – ίσως το εξορκιστικό alter ego τής Τριανταφύλλου), σε αντιδιαστολή με την αφέλεια του πατέρα του Ρόναλντ, και την υποβόσκουσα ελαφράδα της αδερφής του Μπέθανυ, και όλα αυτά σε συνδυασμό με το μεγαλεπήβολο ανθρώπινο ιδανικό που φαίνεται να εκφράζει ο Ιερώνυμος ντε Μπιουτ –σε αντιδιαστολή, κι αυτός, με την οικογένειά του-, με μια δόση εστέτ ελιτισμού είναι η αλήθεια, καθιστούν το «Λίγο από το αίμα σου» μια λογοτεχνική κατάθεση που στοχεύει εμφανώς στην αφαίρεση.

Εξηγούμαι και πάλι: μπορεί η Σώτη Τριανταφύλλου, στη γνωστή της προσπάθεια να παραδώσει ένα μυθιστόρημα που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την ιστορία και τους ήρωές της, να καταγράφει πλήρως όλο το ιστορικό και συναισθηματικό πλαίσιο του μύθου της, ωστόσο τα αφαιρετικά υλικά που χρησιμοποιεί έγκεινται στη λογοτεχνική της πρόταση που, τώρα, ανανεώνεται: η ιστορία φτιάχνεται από ανθρώπους (όπως, εξάλλου, και οι ιδέες), οι ίδιοι οι άνθρωποι, όμως, αντιγράφουν την ίδια τους τη ζωή, η οποία τους ξεπερνά όχι γιατί έχουν χάσει τον έλεγχο, αλλά γιατί ο εφησυχασμός σε οποιαδήποτε δημιουργία που μας αφορά, καθίσταται τροχοπέδη εξέλιξης.

Αν αυτό υπονοείται στο «Λίγο από το αίμα σου», τότε η αφαίρεση (το έρμα, θα λέγαμε ενδεχομένως) παίρνει το εξής σημαίνον χαρακτηριστικό: ο άνθρωπος υπάρχει μόνον ως συνάνθρωπος, και καλά θα κάνει να το βάλει καλά στο μυαλό του αυτό…

Ό,τι εξω(συν)ανθρώπινο μπορεί να μην είναι απαραίτητα εξωγήινο, είναι όμως αναγκαία καταπιεστικό. Γιατί, πολύ απλά, ο κόσμος δημιουργήθηκε για να καταπιέσει τους δημιουργούς του…

«…ο κόσμος είναι όπως είσαι εσύ ο ίδιος».

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

Δημήτρης Αθηνάκης

 

[Περισσότερα στοιχεία για την εργοβιογραφία τής Σώτης Τριανταφύλλου μπορείτε να βρείτε εδώ, στο ανεπίσημο σάιτ που δημιούργησε ο Λάκης Φουρουκλάς, ένας φίλος του έργου της καθώς και εδώ, σε μια συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει]

 

σώτη_3

ΩΡΑΡΙΑ – Σώτη Τριανταφύλλου [ή: Γιατί να (μην) συνδέεται η διασκέδαση με το ξενύχτι]

(Είχα κάνει, συζητώντας με μια φίλη, την εξής σκέψη-ερώτημα: γιατί πρέπει η διασκέδαση να ταυτίζεται με το ξενύχτι; Σκεφτόμουν ότι το Άμστερνταμ και το Λονδίνο θα ήταν ο παράδεισός μου, εκεί που το ποτό, η διασκέδαση και η παρέα ξεκινούν τη νύχτα τους απ’ τις …6 το απόγευμα. Μου ήρθε στο μυαλό ένα κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου για τα Ωράρια. Δημοσιεύτηκε στο Car.)

Οι Έλληνες καυχώνται ότι είναι γλεντζέδες και ξενύχτηδες. («Οι Ευρωπαίοι δεν ξέρουν να ζουν, ρε! Πάνε για ύπνο με τις κότες!» ) Παρά τα συμπεράσματα της τελευταίας έρευνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία είμαστε οι πιο φανατικοί τηλεθεατές – της χειρότερης τηλεόρασης στην Ευρώπη – και βγαίνουμε για να «γλεντήσουμε» σπανιότερα από τους άλλους Ευρωπαίους, επιμένουμε ότι είμαστε λαός γλεντζέδων και ξενύχτηδων. Έστω ότι η έρευνα δημιουργεί παραπλανητική εικόνα. Πράγματι, το κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης διανυκτερεύουν (είναι φωτισμένα, υπάρχουν πάντα δυο-τρία ανοιχτά περίπτερα)• πράγματι, στα «μαγαζιά» η ζωή είναι μετατοπισμένη στη νύχτα. (Η «ζωή» σημαίνει οξυζεναρισμένες ξανθές που τσιφτετελίζουν στις μπάρες.) Στους κεντρικούς δρόμους κόσμος πάει κι έρχεται, οδηγεί και κορνάρει. Στις τρεις το πρωί, ιδιαίτερα την Παρασκευή και το Σάββατο, σε ορισμένες γειτονιές επικρατεί φρενίτις. Σε ορισμένες γειτονιές: εκεί όπου συνωστίζονται τα μπαρ ή/και τα σκυλάδικα. Η υπόλοιπη πόλη είναι έρημη, ερεβώδης και σιωπηλή: ακούς τα βήματά σου ν’ αντηχούν στο πεζοδρόμιο. Αναρωτιέμαι ποιο ποσοστό Ελλήνων νυχτοπερπατούν διασκεδάζοντας, με τον τρόπο τους (που σίγουρα δεν είναι ο δικός μου τρόπος, αλλά τι σημασία έχει…), και υπολογίζω πως δεν ξεπερνάει το δέκα τοις εκατό. Μπορεί και λιγότερο.

Το αν ξενυχτάνε οι Έλληνες γίνεται υπόθεση ιδιωτική: είτε βλέπουν τηλεόραση, είτε στριφογυρίζουν στο κρεβάτι τους, αγωνιώντας για τις δόσεις του δανείου. Η ελληνική ιδιαιτερότητα, που θολώνει τα δεδομένα, έγκειται στα τοπικά ωράρια: οι Έλληνες τρώνε στις δέκα το βράδυ, αν όχι στις έντεκα• κατά τις δύο το πρωί, καταναλώνονται θηριώδεις ποσότητες πιτόγυρου στο όρθιο. Όταν ξεμυτίζουν απ’ το σπίτι τους, είναι κιόλας μεσάνυχτα: μέχρι τις έντεκα, στα περισσότερα μπαρ οι εργαζόμενοι σκουπίζουν, πλένουν τα ποτήρια της προηγουμένης και τα σχετικά. Κατά τις δώδεκα, σαν τη Σταχτοπούτα, μπαίνει ο πρώτος πελάτης, φρέσκος-φρέσκος μετά από σιέστα τριών ωρών και φραπέ με τρεις ζάχαρες, χώρια τους εσπρέσο. Τα πάρτι αρχίζουν στη μία το πρωί: όποιος φτάνει νωρίτερα, εκτός του ότι δίνει εντύπωση βλαχαδερού, κάθεται στην κουζίνα και βοηθάει στο σερβίρισμα, φτιάχνει καναπεδάκια, ή/και πίνει για να ξεχάσει τη μοναξιά του. Όταν το πάρτι ανάψει, κατά τις τρεις το πρωί, έχει γίνει πίτα και σούργελο και δεν τον βαστούν τα πόδια του.

Οι μισές προβολές των κινηματογράφων είναι ουσιαστικά μεταμεσονύκτιες: η «δεύτερη» προβολή αρχίζει στις έντεκα και δέκα και τελειώνει στη μία και δέκα, εκτός αν η ταινία είναι τρίωρη, οπότε ξημερωνόμαστε. Το πλήθος βγαίνει απ’ την αίθουσα σχηματίζοντας ένα τεράστιο χασμουρητό. Και παρ’ όλ’ αυτά, είναι η κατάλληλη ώρα ένα ποτό. Ή για δύο ποτά. Στη μία και δέκα είναι ό,τι πρέπει για μπαρότσαρκες: εκτός αν εργάζεσαι και πρέπει να σηκωθείς να πας στη δουλειά. Αλλά, ποιος εργάζεται; Ποιο κορόιδο πρέπει να κοιμηθεί για να ξυπνήσει νωρίς;

Στα εστιατόρια, οι Έλληνες (ζευγάρια που συναντούν άλλα ζευγάρια) δίνουν ραντεβού στις δέκα και μισή, φτάνουν με μισή ώρα καθυστέρηση («είχε κίνηση!»), κατά την οποία μισή ώρα αναρωτιέσαι τι στην ευχή κάνεις εκεί πέρα και γιατί δεν βρίσκεσαι στη θαλπωρή του δωματίου σου. Μετά το φαγητό – κατά τη μία – αναρωτιούνται πού θα πιουν το περίφημο “after” ποτό, που σημαίνει τουλάχιστον τρία ποτά, που σημαίνει πως η επόμενη μέρα πρέπει να θεωρείται χαμένη. Ντεπόν και βασανιστικά ερωτήματα: μήπως είπα τίποτα που δεν έπρεπε; Μήπως, οδηγώντας, έκανα οχτάρια; Μήπως…

Αυτό είναι το «έξω» αλά ελληνικά. Ξεκινάμε αργά απ’ το σπίτι, τρώμε και πίνουμε τον περίδρομο, περιφρονούμε τα ωράρια των εργαζομένων («παιδικές ώρες!») και νιώθουμε μάγκες και bon viveurs. Δεν ξέρω αν είμαστε μάγκες, αλλά bon viveurs δεν είμαστε: παρά το νεόκοπο κυριλέ στυλ – ακριβά γούστα, nouvelle cuisine, υψηλές απαιτήσεις – οι Έλληνες προτιμούν πάντα τη μαγειρική της μαμάς τους (συχνά επικίνδυνη, αν όχι θανατερή: λίπη! Ζάχαρες!) και τα ωράρια των φαντάρων σε άδεια. Τα ωράρια της πενθήμερης σχολικής εκδρομής, όπου οι μαθητές ξεσαλώνουν για πρώτη φορά στη ζωή τους, πίνουν, ξερνάνε, ξενυχτάνε, ξεπαρθενιάζονται και τα συμπαρομαρτούντα.

Οι συναυλίες: εκτός από εκείνες του Mεγάρου και των θρησκευτικών συλλόγων, οι συναυλίες αρχίζουν στις εντεκάμισι. Οι ξένοι μουσικοί, που έρχονται να παίξουν στην Ελλάδα, βρίσκονται σε αμηχανία: μα, γιατί να μην βγω στις εφτά; Κι αφού, έστω, το εισιτήριο γράφει εννιά, γιατί να βγω στις έντεκα; Τελικά, βγαίνει στις εντεκάμισι. Τα πλήθη βρυχώνται: όχι από ανυπομονησία• απλώς, έχουν καταπιεί ήδη πέντ-έξι σφηνάκια.

Εντάξει, παραδέχομαι πως μια μικρή κατηγορία Ελλήνων ξενυχτάνε και γλεντάνε στην πόλη και στις παρυφές της. Κυρίως στις παρυφές της, εκεί όπου το πρόγραμμα – το σκυλεύειν – ξεκινάει τις πρώτες πρωινές ώρες. Μια άλλη κατηγορία ξενυχτάει κατ’ οίκον, πασχίζοντας να δει μια ταινία στην τηλεόραση: η ταινία αρχίζει στις δέκα και τελειώνει στη μία• παρεμβάλλεται μια ώρα διαφημίσεις, ένα τέταρτο νυχτερινές ειδήσεις. Πολλοί τηλεθεατές παραπονιούνται ότι δεν αντέχουν να δουν το τέλος καμιάς ταινίας, διότι αποκοιμιούνται μπροστά στον δέκτη. Το άκρον άωτον της μιζέριας: να σε παίρνει ο ύπνος μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης.

Τέλος, η διασκέδαση είναι ένα ακόμα ταξικό ζήτημα. Λίγοι «βγαίνουν» (οι λίγοι αυτοί βγαίνουν πολύ, βγαίνουν με πάθος, με σύστημα, με προσδοκίες ), ακόμα λιγότεροι διασκεδάζουν. Τα ποτά – στα μέρη όπου δεν σερβίρονται μπόμπες – έχουν τιμές δυσανάλογες του μέσου εισοδήματος, κι όσο για τα «καλά» εστιατόρια είναι τα ακριβότερα της Ευρώπης, χωρίς να βρίσκονται στην Ευρώπη. Είναι καλά για τους νεόπλουτους. Είναι καλά για την Ανατολή. Είναι καλά για όσους, μέχρι προσφάτως, έτρωγαν μπριζόλα μοσχαρίσια, μπριζόλα χοιρινή, σπετζοφάι, σπληνάντερο και σκορδαλιά. Το ότι είναι ακριβά συμβάλλει στη σαγήνη: υποτίθεται πως ό,τι πληρώνεις παίρνεις.

Αν υποστηρίζω το εργασιομανές πρότυπο – νωρίς το βράδυ στο κρεβάτι, νωρίς το πρωί στο πόδι: όχι, δεν το υποστηρίζω. Όχι, το πρωινό πουλί δεν πιάνει το σκουλήκι. Ωστόσο, στις μεγαλουπόλεις, πρέπει να υπάρχει χώρος και χρόνος για όλους: όλη μέρα, κάθε μέρα, όλη νύχτα, κάθε νύχτα πρέπει να είναι διαθέσιμες για να καλύπτονται όλες τις ανάγκες. Μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά μια καθόλου ευκαταφρόνητη μερίδα Ελλήνων όντως εργάζεται (ώστε να κάθονται οι υπόλοιποι) και έχει ανικανοποίητες ανάγκες για διασκέδαση. Πολλοί άνθρωποι προτιμούν να μένουν στο σπίτι τους, σερνόμενοι αθλίως με τις πυτζάμες, παρά να βγαίνουν στην πόλη στη μία το πρωί σαν τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη.

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

***************************

[Και μέσα σ’ όλα, ανέκυψε και το αίτημα των βιβλιοπωλών (άκουσον-άκουσον!) να παραμείνουν ανοιχτά τα βιβλιοπωλεία μέχρι τα μεσάνυχτα, την ημέρα της κυκλοφορίας του Χάρι Πόττερ! Ευτυχώς που το συνδικαλιστικό όργανο των υπαλλήλων απάντησε δυναμικά και αυτό δεν έγινε. Εάν αυτό δεν είναι κατήφορος και μαζί απόλυτα παράλογη απαίτηση εκ μέρους των ιδιοκτητών, τότε με συγχωρείτε, αλλά ζούμε σε μια σουρρεαλιστική, επαναλαμβανόμενη και ακατάσχετη βλακεία… Και όλα αυτά για το Χάρι Πόττερ! Να με συμπαθάτε, αλλά…]

************************

LOS ANGELES – σώτη τριανταφύλλου & πέτρος νικόλτσος (εκδόσεις Μελάνι)

Λος Αντζελες
‘Ημουν ένα αποδημητικό πουλί, ένα πουλί: τα σχέδιά μου δεν ξεπερνούσαν την επόμενη μέρα. Μαζί με τα χρόνια συσσωρεύτηκαν οι φυγές κι οι επιστροφές, οι επιστροφές στις παλιές αυταπάτες. Οι δρόμοι δεν τελείωναν πουθενά, μονάχα διακόπτονταν· δεν με οδηγούσε κανένα φως, με οδηγούσε το εγχειρίδιο των τροχαίων σημάτων, ο άτλαντας του κόσμου. Υπήρχα μέσα στον χώρο, έξω απ΄ τον χρόνο: γλιστρούσα στον ανάγλυφο χάρτη, παραμόνευα σαν τα θηρία της ξηράς, σαν τα θαύματα. Δεν είχα ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δεν ήμουν περιηγήτρια, δεν είχα καμιά ιδιότητα· περιφρονούσα τους φυσιολατρικούς ομίλους, τους τουρίστες και τους περιπατητές, τα μουσεία και τα μνημεία. Αγαπούσα το μπετόν, όπως ο Οράτιος Γκρήνοου, να τι αγαπούσα: μίκραινα μέσα στις γεωμετρικές προοπτικές, διαλυόμουν στην τροχιά των πόλεων, δεν νοσταλγούσα τα δέντρα, ούτε τα νερά και τα ξέφωτα – τα τοπία ήταν χέρσα και άγονα, τα καρότα ψυχεδελικά, αιχμηρά, φτιαγμένα από ενδιάμεση ύλη. ‘Ετσι, έφτασα εκεί όπου έκανε όση ζέστη χρειαζόμουν, έφτασα εκεί όπου, ακόμα κι αν με φώναζες,
δεν θα μπορούσα να σ΄ ακούσω.
Ζούμε σε πόλεις φρούρια, όπως στο Μεσαίωνα. […] Οι πόλεις μάς καθρεφτίζουν. […] Inherit the wind.
***************
Πόσο έχω αλλάξει απ’ το 1976: πολύ. Έχω αλλάξει πολύ.
******************
Περίμενα στον δρόμο: το τηλέφωνό μου ήταν ο τηλεφωνικός θάλαμος’ όταν χτυπούσε ήξερα πως ήταν για μένα.
********************
Όταν τα ρολόγια έλιωναν, βγαίναμε στον κόσμο. […] Τα μεσάνυχτα αγοράζαμε φτηνά γέλια και ποτά –αγοράζαμε ό,τι οι άλλοι δανείζονταν.
**********************
Τον χειμώνα, τριγυρίζαμε μέσα στη βροχή, τριγυρίζαμε σαν μαύρα πουλιά. Ντυνόμασταν κι έπειτα δεν είχαμε πού να πάμε’ υπνοβατούσαμε σε λάθος υπνοδωμάτια.
*****************
Τα πολεοδομικά οράματα έγιναν κοινωνικοί εφιάλτες. Ή παρέμειναν ουτοπίες. […] Οι “Νέες Πόλεις” χτίστηκαν από το μηδέν και επέστρεψαν στο μηδέν: δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς παρελθόν, χωρίς ουλές, χωρίς ίχνη.
***************************


Η πόλη μοιάζει ήσυχη κι αθώα’ για μια στιγμή χάνει την ισορροπία της, κλυδωνίζεται, έπειτα η τάξη αποκαθίσταται.

*******************

Η γεωγραφία του πουθενά: γυμνοί δρόμοι, αστική αποσάρθρωση, περιβαλλοντική κατάρρευση’ πόλεις που κλείνουν, που κοιμούνται στις δέκα το βράδυ. Προάστια-υπνωτήρια
Οι μέρες άδειαζαν, κι όταν έπεφτε το βράδυ η πλατεία έμοιαζε με εργοστάσιο που έφτιαχνε κούκλες. Στο κουρείο η καρέκλα μού φαινόταν σαν ηλεκτρική’ έλεγα:
όλα πρισματικά τα βλέπω, όλα πρισματικά τα βλέπω.

αφιερωμένο…

[φωτογραφίες και αποσπάσματα από το βιβλίο]