Laura (Riding) Jackson – 4 ποιήματα & μια εισαγωγή

Incarnations

Μην αρνείσαι,
Μην αρνείσαι, το πράγμα μέσ’ απ’ το πράγμα.
Μην αρνείσαι μες στην καινούργια έπαρση
Την παλιά, αυθεντική σκόνη.

Από ποιον τάφο, από ποιο παρελθόν σάρκας και κόκαλου
Ονειρεύομαι, Ονειρεύομαι ότι ξαπλώνω
Κάτω απ’ την τυχερή κατάρα,
Μαγεμένη, ζωντανή, λησμονώντας τα πρώτα…
Ο θάνατος δε δίνει ούτε μια στιγμή θύμησης λες

Από φόβο, σαν τ’ άγαλμα που είναι καλά μετασχηματισμένη πέτρα,
Εγώ κόκκο τον κόκκο ανακαλώ την αυθεντική τη σκόνη
Και, κοιτάζοντας πίσω την κλίμακα της μνήμης, μένω να λέω:
Αυτό δεν ήμουνα ποτέ εγώ.

Life-size is too large

Στο μικροσκόπιο της ελάχιστης σκέψης
(Για να ‘χω χώρο αρκετό να σκέφτομαι)
Είπα, “Καθρέφτη-μέγκενη, πιστό σφίξιμο,
Σπάσε, γίνε μεγάλος όπως εγώ”.

Μετά άκουσα μικρά φυλλαράκια να θροΐζουν μες στ’ αυτιά μου
Κι έναν μικρό άνεμο σαν θρόισμα των φύλλων
Το μυαλό μου χωμένο σε μιαν άκρη του μυαλού μου,
Όπου ο άνεμος πάνω από χώμα άδειο έγινε ρεύμα
Κι ένας τεράστιος νάνος πετάχτηκε και τίποτα δεν πήρε.

Grace

Αυτή η στάση και αυτός ο τρόπος έκφρασης
Όχι ότι αισθανόμουν καλόβολα μέσα τους
Αλλά ότι έχω έναν τρόμο
Κι έτσι στέκομαι αρκετά ευθυτενής –
Από φόβο, πρέπει να καθίσω και, συνομιλώντας με τη σάρκα μου, να φάω,
Πνίγομαι μ’ ένα κομμάτι της δικής μου γλώσσας.

And I

Κι εγώ,
Κι εγώ ρωτώ,
Πόσον καιρό κρατά αυτή η τιμωρία;
Μήπως δε δείχνω τον εαυτό μου με κάθε τρόπο
Για να ‘μαι χαρούμενη σ’ όλ’ αυτά που οι πιο πολλοί ρημάζουν;

Όταν έχω μεγαλώσει μέσα σ’ όλες αυτές τις ηδονές,
Τότε η συνήθεια και η διακριτικότητα
Μπορούν να μοιάζουν αγνωμοσύνη.

Όμως τώρα, σε τι είμαι αμελής;
Μέσα σε τι προκρίνω
Το βέλτιον απ’ το χείρον;

Θα σου πω.
Είναι ένα επιπόλαιο λάθος μ’ αυτήν:
Το να ‘ναι ήπια μες στην αλλοφροσύνη μου.
Και “Αγαπημένη” τη λένε,
Και την τιμωρία κυνηγώ μόνη μου
Καθώς εκείνη τεντώνεται πίσω για να χαμογελάσει,
Αφήνοντας την κολακεία να την κατακλύσει –
Θαρρείς και κυνηγούσα την ατίμωση κι όχι την αληθινή αγάπη.

Μα τώρα πώς μπορεί να είμαι μισητή
Μιας κι η αληθινή αγάπη είναι όλο μου το είναι;
Θα σου πω.
Η μανία θα φυτρώσει μες στην ηρεμία
Όπως εγώ φυτρώνω μέσα της
Και, χαμογελώντας πάντα,
Μοιάζει ακύμαντη στο θανατερό τους πάλεμα,
Έχοντας πρώτα φανεί ακύμαντη στο δικό μου.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

*  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *

Η «άλλη» Λώρα

Του Χρήστου ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

(απόσπασμα από την επικείμενη έκδοση της “Λονδρέζικης μέρας της Λώρας Τζάκσον”  του Χρήστου Χρυσόπουλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην “Αυγή” της 10/08/08 στο ένθετο “Αναγνώσεις“)

Το 1994 κυκλοφόρησε ένας τόμος με τα ποιήματα μιας μάλλον αποσιωπημένης Αμερικανίδας ποιήτριας που λεγόταν Λώρα Τζάκσον. Στην εισαγωγή του βιβλίου, ο συγγραφέας Ρόμπερτ Νάυ έγραψε: «Όταν καταλήξουμε στην οριστική ιστορία της αγγλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, τα ποιήματα της Λώρας Τζάκσον –μαζί με την ιστορία που τα συνοδεύει– θα αποδειχτούν πολυτιμότερα από οτιδήποτε άλλο».

Όταν γράφτηκαν αυτά τα λόγια, η Λώρα είχε πεθάνει ήδη από το 1991 σε ηλικία ενενήντα ετών. Τη μέρα του θανάτου της οι “Τάιμς” του Λονδίνου δημοσίευσαν το παρακάτω σημείωμα: «Η Λώρα Ράιντινγκ Τζάκσον ήταν μια τραγική φιγούρα και από τις πιο προικισμένες γυναίκες αυτού του αιώνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λογοτεχνική κριτική και η ιστορία θα πρέπει να αναμετρηθούν με το μοναδικό της επίτευγμα».

Η Λώρα έφυγε σιωπηλά, αφήνοντας πίσω της μια πολύτιμη παρακαταθήκη, γνωστή σε λίγους εκλεκτούς. Ο Τζων Άσμπερυ έλεγε εμφατικά ότι το βιβλίο της “Πρόοδος των ιστοριών” είναι «ένα από τα σπουδαιότερα έργα πεζογραφίας του εικοστού αιώνα». Κι όμως, το έργο της Λώρας παρέμεινε σχεδόν απόκρυφο, διατηρώντας ανέπαφο τον μυητικό χαρακτήρα που έχουν τα έργα της υψηλής λογοτεχνίας.

Η ζωή της ήταν μια σειρά από ρήξεις που κομμάτιασαν βάναυσα τη βιογραφία της, θαρρείς, με απανωτές μαχαιριές. Η πρώτη μαχαιριά δόθηκε όταν αποφάσισε να φύγει από τη Νέα Υόρκη. Έζησε έναν μακροχρόνιο, παράνομο, ερωτικό δεσμό με τον Άγγλο ποιητή Ρόμπερτ Γκρέηβς, που όμως έληξε δραματικά με μια σκανδαλώδη, διπλή απόπειρα αυτοκτονίας στο Λονδίνο του Μεσοπολέμου.

Η επόμενη μαχαιριά ήρθε με το ξέσπασμα του πολέμου. Το 1941 η Λώρα Τζάκσον απαρνήθηκε την τέχνη της. Δημοσίευσε την πιο διάσημη αποκήρυξη στην ιστορία της αμερικανικής ποίησης και αποσύρθηκε στη σιωπή για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Βρήκε καταφύγιο σε ένα ράντσο της Φλόριντα και για το υπόλοιπο της ζωής της αφιερώθηκε σε ένα ογκώδες φιλοσοφικό δοκίμιο για την ποίηση.

Το “Λογικό Νόημα” (Rational Meaning) έμεινε ημιτελές. Εκδόθηκε δύο χρόνια μετά τον θάνατό της. Ως εκείνη τη στιγμή είχε έκταση εξακοσίων σελίδων. Όταν ο κόσμος είδε για πρώτη φορά το κείμενο που κράτησε τη Λώρα Τζάκσον ζωντανή ως τα βαθιά γεράματα, αντίκρισε ένα “Tractatus” για την ποίηση. Ο Τσαρλς Μπερνστάιν έγραψε: «Κανείς άλλος Αμερικανός ή Ευρωπαίος ποιητής αυτού του αιώνα δεν έχει αποτυπώσει με τόση εμβρίθεια τον βαθύτερο ανταγωνισμό ανάμεσα στην αλήθεια και στην ποίηση».

Η Λώρα ζούσε κάθε στιγμή με κάποια διαφορετική εκδοχή του εαυτού της. Λες και φοβόταν να αντικρίσει το οριστικό πρόσωπο της ύπαρξής της. Έλεγε ότι όλες οι παγίδες ξεκινούν με τη λέξη «εσύ». Η διαρκής αγωνία της Λώρας Τζάκσον ήταν απέναντι σ’ αυτή την «άλλη» Λώρα.

“Οι άνθρωποι πρέπει να διαθέτουν ελεύθερο πνεύμα και σώμα, και για να είναι ελεύθεροι στο πνεύμα, πρέπει να διαθέτουν κάθε φορά τη δυνατότητα να πηγαίνουν με τη θέλησή τους πέρα από αυτό που θεωρούν κατακτημένο δικαίωμα. Η επιτυχία κρίνεται πάντοτε απέναντι στα υψηλότερα εμπόδια. Όμως η ελευθερία, που είναι ταυτόχρονα και μια μορφή τρέλας, που δεν γνωρίζει τη γαλήνη, αλλά μόνο τη διαρκή αναταραχή της σκέψης, δεν είναι παρά απελπισία. Ακολουθήστε τον δρόμο που έχετε πάρει μέχρι τέλους.”

Αυτή είναι μία από τις ιστορίες της «άλλης» Λώρας.

*  *  *  *  *  *  *  *

Advertisements

φανταστικό μουσείο – χρήστος χρυσόπουλος

Το «Φανταστικό Μουσείο» του Χρήστου Χρυσόπουλου φαντάζει, από την πρώτη επαφή που έχει κανείς μαζί του, ως ένας φόρος τιμής του συγγραφέα προς τους λογοτέχνες που τον έχουν καθορίσει ως συγγραφική περσόνα. Ένα κείμενο εμφανώς επηρεασμένο από το «Musée Imaginaire» του Αντρέ Μαλρώ (στα ελληνικά: Το Φανταστικό Μουσείο, Πλέθρον 2007, μετ. Ν. Ηλιάδης) όπου ο αμφιλεγόμενος και διαρκώς αυτοαναιρούμενος Γάλλος συγγραφέας προσπαθεί να διερευνήσει την εικαστική αντίληψη όπως αυτή διαμορφώνεται με το πέρασμα των αιώνων.

Έτσι και ο Χρυσόπουλος. Με τα πεζογραφήματα αυτά προσπαθεί να διερευνήσει διάφορες συγγραφικές «φωνές» με μία και μόνη κοινή συνισταμένη: την ανάγκη τους για δημιουργία όπως αυτή εμφανίζεται διαμέσου των αιώνων. Ως μέσον χρησιμοποιούνται εδώ οι συγγραφείς.
Το βιβλίο αυτό κατηγοριοποιείται στα πεζογραφήματα, μιας και δεν αποτελεί μυθιστόρημα αλλά ούτε και αφήγημα ή διήγημα. Αυτό έχει κυρίως να κάνει με την απόφαση του συγγραφέα να μπλέξει το δικό του λόγο με αποσπάσματα βιβλίων, ημερολογίων, ανέκδοτων κειμένων των «εκθεμάτων» του μουσείου του.
Το μουσείο αυτό αποτελείται από το ίδιο έκθεμα, αλλά με διάφορες ενδιαφέρουσες μορφές που αυτό μπορεί να πάρει. Έτσι, οι αναφερόμενοι συγγραφείς είναι: ο Εμπειρίκος, ο Μπόρχες, ο Πιραντέλο, ο Χαρμς, ο Ροΐδης, ο Έσσε, ο Περέκ, ο Μπεράτης, ο Σουλτς, ο Πεσόα, η Τσβετάγιεβα, ο Απολιναίρ, ο Χώθορν.
Η παρουσίαση καθενός από τους προαναφερθέντες λογοτέχνες δεν ακολουθεί, κατά τη δική μου ανάγνωση, χρονική, πόσω μάλλον ιδεολογική/αφηγηματική μανιέρα. Την τοποθέτηση των συγγραφέων στη σειρά με την οποία εμφανίζονται στο βιβλίο, προτιμώ να τη δω ως σειρά συναισθηματικής προτεραιότητας για τον Χρυσόπουλο, παρά ως μια ενότητα που οδηγεί σε μια κάποια κορύφωση.
Από την άλλη, δεν μπορώ να παραβλέψω την οξύνοια και την γνωστική ικανότητα του συγγραφέα του «Φανταστικού Μουσείου». Διατρέχοντας τις σελίδες του -που θεωρώ ότι μπορούν να διαβαστούν όπως τα βιβλία αναφοράς: με οποιαδήποτε σειρά- παρατηρεί ο αναγνώστης τον εξαιρετικά δομημένο διάλογο μεταξύ του Χρυσόπουλου και των λογοτεχνών που εκθέτει. Πολλές φορές δεν μπορείς να διακρίνεις πού μιλά ο υπογράφων και πού ο περιγραφόμενος.
Τα πεζογραφήματα αυτά του Χρήστου Χρυσόπουλου διαπνέονται από το αλάνθαστο και μόνιμο ένστικτο του συγγραφέα, του οποιουδήποτε συγγραφέα που έχει αφιερώσει τη ζωή του σε αυτή τη βάσανο, που δεν είναι άλλο παρά η διαρκής τάση για δημιουργία, χωρίς προαπαιτούμενα και δίχως την ανάγκη παρουσίας μιας συγκεκριμένης ιστορίας. Άλλωστε, σε κάποια σημεία του βιβλίου φαίνεται ξεκάθαρα η ανάγκη για να βρεθεί η έμπνευση, να φανεί κάπου το φως στην άκρη του τούνελ, που κάποιες στιγμές έχει βασανίσει όλους τους λογοτέχνες.
Άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με απελπισία, μερικές φορές με ζωντάνια κι άλλες με ευαισθησία ή και κυνισμό, ο Χρυσόπουλος αναδεικνύει το φανταστικό μουσείο που κάθε συγγραφέας, κάθε δημιουργός σε τελευταία ανάλυση, έχει σε μια άκρη του μυαλού του, που το επισκέπτεται ξανά και ξανά για να πάρει θάρρος και να βρει ίσως μια πρόφαση να συνεχίσει το έργο του.
Το «Φανταστικό Μουσείο» δεν είναι μυθιστόρημα, άλλωστε δε δηλώνεται –επαναλαμβάνω- ως τέτοιο. Από τη μια, είναι μία συγγραφική δουλειά που φλερτάρει έντονα με τον ακαδημαϊσμό και ίσως αυτό είναι και το στίγμα που ο ίδιος ο Χρυσόπουλος θέλει να δώσει. Από την άλλη, δεν είναι ένα κείμενο που θα το διαβάσει κανείς για να ανακαλύψει ένα μεγεθυσμένο κομμάτι μιας κάποιας ιστορίας. Είναι ένα κείμενο που συναντά άλλα κείμενα –διακειμενικό με λίγα λόγια, ξεκινώντας όμως από τους συγγραφείς και όχι από το χέρι τους…[Ο Χρήστος Χρυσόπουλος γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα. Άλλα βιβλία του είναι: Σουνυάτα (Καστανιώτης 2004), Περίκλειστος κόσμος (Καστανιώτης 2003), Encounters (Reykjavik 2003), The black dress (N.J. 2002), Ο μανικιουρίστας (2000), Οι συνταγές του Ναπολέοντα Δελάστου (1997), Ο βομβιστής του Παρθενώνα (1996)]