Ω, φαιδρά μου καθημερινότης…

strike

Η Πετρούλα με προσκάλεσε με τη σειρά της σε ένα καινούριο παιχνίδι που αναφέρεται στην καθημερινότητα του καθενός που συμμετέχει σ’ αυτό. Θα ήταν ωραίο να μην μπορώ να συμμετέχω, μιας και θα ήθελα η κάθε μέρα να είναι εντελώς διαφορετική από την άλλη. Όμως… Υπάρχει πάντα ένας μέσος όρος ημερών που κρύβει (ή φανερώνει) τις ίδιες κινήσεις, πολλές φορές τις ίδιες σκέψεις, ανεξάρτητα πάντα απ’ τα επιμέρους που προκύπτουν κατά την εξέλιξη του χρόνου.

Στις 9 (το αργότερο 9:30) χτυπά το ξυπνητήρι, που συνοδεύεται από διάφορα γλυκόλογα εκ μέρους μου… Σε ένα τέταρτο έχω πια σηκωθεί και πατήσει το κουμπί της καφετιέρας. Γλυκός ο ήχος της, όπως και η μυρωδιά που αναδύεται άμα τη ετοιμασία του καφέ. Τσιγάρο ευθύς και λίγη μουσική και λίγες ειδήσεις (τι να σου πουν πια κι αυτές;) είτε απ’ το δίκτυο είτε απ’ το κοινώς χρησιμοποιούμενον ραδιόφωνο.

Εκεί αρχίζει η ζούγκλα της ημέρας. Μετά από κάποια ανώφελα τσιγάρα, ο προγραμματισμός προσπαθεί να επιβεβαιώσει το όνομά του’ ανεπιτυχώς. Όμως, αρκεί να υπάρχει θέληση. Τηλέφωνα χτυπούν ή χτυπιούνται, σημειώσεις κρατούν ή κρατιούνται και αρχίζει αμέσως μετά η προσήλωση. Η προτεσταντική συγκέντρωση στη δουλειά. Πώς αλλιώς; Γραφείο ή καναπές, πολυθρόνα ή πάτωμα. Δεν έχει σημασία. Ανάλογα με τις απαιτήσεις. Πάντα όμως στο σπίτι. Τα τσιγάρα και ο  καφές δεν φτάνουν ποτέ, η δουλειά κι αυτή τις περισσότερες φορές. Όχι. Η μέρα δεν φτάνει ποτέ. Η μέρα.

Έρχεται το μεσημέρι. Ωραία ώρα. Και για μένα και για την Αθήνα (δηλαδή πάλι για μένα). Ίσως μια μικρή βολτά, ίσως κάποιο ραντεβού, ίσως μια μικρή σιέστα. Λίγο blogging, λίγο net surfing, καθόλου τηλεόραση. Το απόγευμα που έρχεται αντικαθιστά τον καφέ με τσάι και τα τσιγάρα με τσιγάρα (περισσότερα). Η δουλειά συνεχίζεται εντατικότερα μιας και η μέρα μοιάζει να τελειώνει. Γιατί τελειώνει η μέρα;

Το βράδυ. Διάβασμα επιτέλους. Λίγο δουλειά προσωπική. Παντός είδους. Ησυχία. Λίγο τζιν τόνικ (που δεν το αντέχω αλλά ούτε και του αντιστέκομαι) και μετά ησυχία. Που μπορεί να συνοδεύεται από μουσική σε κάποιο μπαρ του κέντρου, αλλά παραμένει ησυχία. Οι φίλοι είναι ησυχία. Και ταιριάζουν τόσο όμορφα στο βράδυ. Κάθε βράδυ. Ακόμα κι όταν δεν τους βλέπεις. Κι άλλα τόσα…

*********************************

Θα ήθελα πολύ συμμετέχετε πολλοί από εσάς, αλλά δεν θα κάνω ονομαστικές προσκλήσεις. Όποιος θέλει ας συμμετέχει. Καλησπέρα, καλημέρα, καληνύχτα…

Advertisements

ΩΡΑΡΙΑ – Σώτη Τριανταφύλλου [ή: Γιατί να (μην) συνδέεται η διασκέδαση με το ξενύχτι]

(Είχα κάνει, συζητώντας με μια φίλη, την εξής σκέψη-ερώτημα: γιατί πρέπει η διασκέδαση να ταυτίζεται με το ξενύχτι; Σκεφτόμουν ότι το Άμστερνταμ και το Λονδίνο θα ήταν ο παράδεισός μου, εκεί που το ποτό, η διασκέδαση και η παρέα ξεκινούν τη νύχτα τους απ’ τις …6 το απόγευμα. Μου ήρθε στο μυαλό ένα κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου για τα Ωράρια. Δημοσιεύτηκε στο Car.)

Οι Έλληνες καυχώνται ότι είναι γλεντζέδες και ξενύχτηδες. («Οι Ευρωπαίοι δεν ξέρουν να ζουν, ρε! Πάνε για ύπνο με τις κότες!» ) Παρά τα συμπεράσματα της τελευταίας έρευνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία είμαστε οι πιο φανατικοί τηλεθεατές – της χειρότερης τηλεόρασης στην Ευρώπη – και βγαίνουμε για να «γλεντήσουμε» σπανιότερα από τους άλλους Ευρωπαίους, επιμένουμε ότι είμαστε λαός γλεντζέδων και ξενύχτηδων. Έστω ότι η έρευνα δημιουργεί παραπλανητική εικόνα. Πράγματι, το κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης διανυκτερεύουν (είναι φωτισμένα, υπάρχουν πάντα δυο-τρία ανοιχτά περίπτερα)• πράγματι, στα «μαγαζιά» η ζωή είναι μετατοπισμένη στη νύχτα. (Η «ζωή» σημαίνει οξυζεναρισμένες ξανθές που τσιφτετελίζουν στις μπάρες.) Στους κεντρικούς δρόμους κόσμος πάει κι έρχεται, οδηγεί και κορνάρει. Στις τρεις το πρωί, ιδιαίτερα την Παρασκευή και το Σάββατο, σε ορισμένες γειτονιές επικρατεί φρενίτις. Σε ορισμένες γειτονιές: εκεί όπου συνωστίζονται τα μπαρ ή/και τα σκυλάδικα. Η υπόλοιπη πόλη είναι έρημη, ερεβώδης και σιωπηλή: ακούς τα βήματά σου ν’ αντηχούν στο πεζοδρόμιο. Αναρωτιέμαι ποιο ποσοστό Ελλήνων νυχτοπερπατούν διασκεδάζοντας, με τον τρόπο τους (που σίγουρα δεν είναι ο δικός μου τρόπος, αλλά τι σημασία έχει…), και υπολογίζω πως δεν ξεπερνάει το δέκα τοις εκατό. Μπορεί και λιγότερο.

Το αν ξενυχτάνε οι Έλληνες γίνεται υπόθεση ιδιωτική: είτε βλέπουν τηλεόραση, είτε στριφογυρίζουν στο κρεβάτι τους, αγωνιώντας για τις δόσεις του δανείου. Η ελληνική ιδιαιτερότητα, που θολώνει τα δεδομένα, έγκειται στα τοπικά ωράρια: οι Έλληνες τρώνε στις δέκα το βράδυ, αν όχι στις έντεκα• κατά τις δύο το πρωί, καταναλώνονται θηριώδεις ποσότητες πιτόγυρου στο όρθιο. Όταν ξεμυτίζουν απ’ το σπίτι τους, είναι κιόλας μεσάνυχτα: μέχρι τις έντεκα, στα περισσότερα μπαρ οι εργαζόμενοι σκουπίζουν, πλένουν τα ποτήρια της προηγουμένης και τα σχετικά. Κατά τις δώδεκα, σαν τη Σταχτοπούτα, μπαίνει ο πρώτος πελάτης, φρέσκος-φρέσκος μετά από σιέστα τριών ωρών και φραπέ με τρεις ζάχαρες, χώρια τους εσπρέσο. Τα πάρτι αρχίζουν στη μία το πρωί: όποιος φτάνει νωρίτερα, εκτός του ότι δίνει εντύπωση βλαχαδερού, κάθεται στην κουζίνα και βοηθάει στο σερβίρισμα, φτιάχνει καναπεδάκια, ή/και πίνει για να ξεχάσει τη μοναξιά του. Όταν το πάρτι ανάψει, κατά τις τρεις το πρωί, έχει γίνει πίτα και σούργελο και δεν τον βαστούν τα πόδια του.

Οι μισές προβολές των κινηματογράφων είναι ουσιαστικά μεταμεσονύκτιες: η «δεύτερη» προβολή αρχίζει στις έντεκα και δέκα και τελειώνει στη μία και δέκα, εκτός αν η ταινία είναι τρίωρη, οπότε ξημερωνόμαστε. Το πλήθος βγαίνει απ’ την αίθουσα σχηματίζοντας ένα τεράστιο χασμουρητό. Και παρ’ όλ’ αυτά, είναι η κατάλληλη ώρα ένα ποτό. Ή για δύο ποτά. Στη μία και δέκα είναι ό,τι πρέπει για μπαρότσαρκες: εκτός αν εργάζεσαι και πρέπει να σηκωθείς να πας στη δουλειά. Αλλά, ποιος εργάζεται; Ποιο κορόιδο πρέπει να κοιμηθεί για να ξυπνήσει νωρίς;

Στα εστιατόρια, οι Έλληνες (ζευγάρια που συναντούν άλλα ζευγάρια) δίνουν ραντεβού στις δέκα και μισή, φτάνουν με μισή ώρα καθυστέρηση («είχε κίνηση!»), κατά την οποία μισή ώρα αναρωτιέσαι τι στην ευχή κάνεις εκεί πέρα και γιατί δεν βρίσκεσαι στη θαλπωρή του δωματίου σου. Μετά το φαγητό – κατά τη μία – αναρωτιούνται πού θα πιουν το περίφημο “after” ποτό, που σημαίνει τουλάχιστον τρία ποτά, που σημαίνει πως η επόμενη μέρα πρέπει να θεωρείται χαμένη. Ντεπόν και βασανιστικά ερωτήματα: μήπως είπα τίποτα που δεν έπρεπε; Μήπως, οδηγώντας, έκανα οχτάρια; Μήπως…

Αυτό είναι το «έξω» αλά ελληνικά. Ξεκινάμε αργά απ’ το σπίτι, τρώμε και πίνουμε τον περίδρομο, περιφρονούμε τα ωράρια των εργαζομένων («παιδικές ώρες!») και νιώθουμε μάγκες και bon viveurs. Δεν ξέρω αν είμαστε μάγκες, αλλά bon viveurs δεν είμαστε: παρά το νεόκοπο κυριλέ στυλ – ακριβά γούστα, nouvelle cuisine, υψηλές απαιτήσεις – οι Έλληνες προτιμούν πάντα τη μαγειρική της μαμάς τους (συχνά επικίνδυνη, αν όχι θανατερή: λίπη! Ζάχαρες!) και τα ωράρια των φαντάρων σε άδεια. Τα ωράρια της πενθήμερης σχολικής εκδρομής, όπου οι μαθητές ξεσαλώνουν για πρώτη φορά στη ζωή τους, πίνουν, ξερνάνε, ξενυχτάνε, ξεπαρθενιάζονται και τα συμπαρομαρτούντα.

Οι συναυλίες: εκτός από εκείνες του Mεγάρου και των θρησκευτικών συλλόγων, οι συναυλίες αρχίζουν στις εντεκάμισι. Οι ξένοι μουσικοί, που έρχονται να παίξουν στην Ελλάδα, βρίσκονται σε αμηχανία: μα, γιατί να μην βγω στις εφτά; Κι αφού, έστω, το εισιτήριο γράφει εννιά, γιατί να βγω στις έντεκα; Τελικά, βγαίνει στις εντεκάμισι. Τα πλήθη βρυχώνται: όχι από ανυπομονησία• απλώς, έχουν καταπιεί ήδη πέντ-έξι σφηνάκια.

Εντάξει, παραδέχομαι πως μια μικρή κατηγορία Ελλήνων ξενυχτάνε και γλεντάνε στην πόλη και στις παρυφές της. Κυρίως στις παρυφές της, εκεί όπου το πρόγραμμα – το σκυλεύειν – ξεκινάει τις πρώτες πρωινές ώρες. Μια άλλη κατηγορία ξενυχτάει κατ’ οίκον, πασχίζοντας να δει μια ταινία στην τηλεόραση: η ταινία αρχίζει στις δέκα και τελειώνει στη μία• παρεμβάλλεται μια ώρα διαφημίσεις, ένα τέταρτο νυχτερινές ειδήσεις. Πολλοί τηλεθεατές παραπονιούνται ότι δεν αντέχουν να δουν το τέλος καμιάς ταινίας, διότι αποκοιμιούνται μπροστά στον δέκτη. Το άκρον άωτον της μιζέριας: να σε παίρνει ο ύπνος μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης.

Τέλος, η διασκέδαση είναι ένα ακόμα ταξικό ζήτημα. Λίγοι «βγαίνουν» (οι λίγοι αυτοί βγαίνουν πολύ, βγαίνουν με πάθος, με σύστημα, με προσδοκίες ), ακόμα λιγότεροι διασκεδάζουν. Τα ποτά – στα μέρη όπου δεν σερβίρονται μπόμπες – έχουν τιμές δυσανάλογες του μέσου εισοδήματος, κι όσο για τα «καλά» εστιατόρια είναι τα ακριβότερα της Ευρώπης, χωρίς να βρίσκονται στην Ευρώπη. Είναι καλά για τους νεόπλουτους. Είναι καλά για την Ανατολή. Είναι καλά για όσους, μέχρι προσφάτως, έτρωγαν μπριζόλα μοσχαρίσια, μπριζόλα χοιρινή, σπετζοφάι, σπληνάντερο και σκορδαλιά. Το ότι είναι ακριβά συμβάλλει στη σαγήνη: υποτίθεται πως ό,τι πληρώνεις παίρνεις.

Αν υποστηρίζω το εργασιομανές πρότυπο – νωρίς το βράδυ στο κρεβάτι, νωρίς το πρωί στο πόδι: όχι, δεν το υποστηρίζω. Όχι, το πρωινό πουλί δεν πιάνει το σκουλήκι. Ωστόσο, στις μεγαλουπόλεις, πρέπει να υπάρχει χώρος και χρόνος για όλους: όλη μέρα, κάθε μέρα, όλη νύχτα, κάθε νύχτα πρέπει να είναι διαθέσιμες για να καλύπτονται όλες τις ανάγκες. Μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά μια καθόλου ευκαταφρόνητη μερίδα Ελλήνων όντως εργάζεται (ώστε να κάθονται οι υπόλοιποι) και έχει ανικανοποίητες ανάγκες για διασκέδαση. Πολλοί άνθρωποι προτιμούν να μένουν στο σπίτι τους, σερνόμενοι αθλίως με τις πυτζάμες, παρά να βγαίνουν στην πόλη στη μία το πρωί σαν τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη.

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

***************************

[Και μέσα σ’ όλα, ανέκυψε και το αίτημα των βιβλιοπωλών (άκουσον-άκουσον!) να παραμείνουν ανοιχτά τα βιβλιοπωλεία μέχρι τα μεσάνυχτα, την ημέρα της κυκλοφορίας του Χάρι Πόττερ! Ευτυχώς που το συνδικαλιστικό όργανο των υπαλλήλων απάντησε δυναμικά και αυτό δεν έγινε. Εάν αυτό δεν είναι κατήφορος και μαζί απόλυτα παράλογη απαίτηση εκ μέρους των ιδιοκτητών, τότε με συγχωρείτε, αλλά ζούμε σε μια σουρρεαλιστική, επαναλαμβανόμενη και ακατάσχετη βλακεία… Και όλα αυτά για το Χάρι Πόττερ! Να με συμπαθάτε, αλλά…]

************************