Η διαρκής πάλη με –και για– το(ν) Άλλο

Γιάννης Στίγκας, Ισόπαλο τραύμα

Αθήνα, Κέδρος 2009, 51 σελ.

Η τρίτη συλλογή του Γιάννη Στίγκα αποτελεί αφ’ εαυτής μιαν ιδιομορφία. Ο ποιητής επέλεξε –με το γνώριμο ορμητικό, καθόλα ποιητικό και εν γένει ανατρεπτικό του ύφος– ν’ απευθυνθεί σε παλαιότερους και νεότερους ποιητές, Έλληνες και ξένους, που, απ’ όσο φαίνεται απ’ τον τίτλο της συλλογής, του έχουν προκαλέσει τραύμα.

Ωστόσο, αυτό το τραύμα είναι ισόπαλο. Πώς όμως φαίνεται αυτό στη συλλογή; Σαν μια απάντηση στα ζητούμενα της πρόσληψης της ποίησης από τον ίδιο τον ποιητή, ο Στίγκας συνομιλεί με τους ποιητές θέλοντας έτσι ν’ αντιμετωπίσει κατάματα την ίδια την ύπαρξη και τις πληγές της. Έτσι, σ’ αυτό τον αγώνα, σ’ αυτή την εσωτερική πάλη, ο διάλογος μετατρέπεται σ’ έναν μελαγχολικό μονόλογο, ο οποίος κρύβει ψήγματα ποιητικής. Κοντολογίς, ο Στίγκας, μ’ αυτή τη συλλογή, δεν αρκείται στην παράθεση των τραυμάτων, ας το πούμε έτσι, αλλά επεκτείνεται και σε δρόμους που βγάζουν σε παράθεση ποιημάτων για την ίδια την ποίηση, καθώς και στην αναζήτηση της επιρροής του παρελθόντος στο παρόν του δημιουργού. Συνεπώς και του αναγνώστη.

Σαρκάζοντας αλλά όχι κοροϊδεύοντας, με μια διάθεση αδιαμφισβήτητα εξομολογητική, ο ποιητής βουλιάζει στον κόσμο, τον δικό του και των άλλων, και αναδύεται όχι κρατώντας τις λύσεις στα χέρια του, αλλά ακόμα αναζητώντας την άκρη που εξαρχής έψαχνε. Κι αυτό, όχι γιατί απέτυχε στο εγχείρημά του, αλλά γιατί η ίδια η ζωή, καταπώς την παρουσιάζει ο Στίγκας, είναι ανυποχώρητα χλευαστική έναντι των παθών της ύπαρξης.

Νικόλας Ευαντινός, Μικρές αγγελίες και ειδήσεις

Αθήνα, Γαβριηλίδης 2008, 48 σελ.

Αυτό που επιβεβαιώνεται συχνά στην ποίηση είναι πως η δομή και η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής ακολουθεί τις (επικοινωνιακές) δομές της κοινωνίας στην οποία ζει. Αυτό συμβαίνει με την αξιοπρόσεκτη εισόδια συλλογή του Νικόλα Ευαντινού.

Ξεκινώντας από ποιήματα που τα χαρακτηρίζει μια αδήριτη εσωτερικότητα, με αναφορές στον κόσμο του ποιητή και στη σχέση του με την ποίηση, μεταφέρεται σε μιαν εξωτερικότητα που χαρακτηρίζεται από την –επιθετική πολλές φορές– κριτική στο σύγχρονο καθημερινό. Ο Ευαντινός χειρίζεται το υλικό του για ν’ απευθυνθεί πρωτίστως στη δική του παρουσία στον κόσμο, αλλά και προσπαθώντας την ίδια στιγμή να θέσει αυτά τα καθημερινά ζητήματα ενώπιον όσων τον περιβάλλουν.

Ο ποιητής είναι ειλικρινής έναντι του εαυτού του αλλά και της κοινωνίας στην οποία ανήκει. Φαίνεται απ’ τα περισσότερα ποιήματα, δίχως εν πολλοίς να καταφεύγει σε κλισέ, πως ο στόχος του καθίσταται σαφής και σαρκαστικός, έστω κι αν μερικά ποιήματα κλείνονται σε μιαν ιδιομορφία, ίσως και ιδιοτροπία: η κατά πρόσωπο αντιμετώπιση του εαυτού και η επίθεση έναντι μιας κοινότητας που, αυτονόητο είναι, πηγάζει απ’ τη μονάδα. Αποφεύγοντας τη χρήση «ποιητικών» λέξεων, ο Ευαντινός φυλακίζει το ωραίο για χάρη του αληθινού, τουλάχιστον όπως ο ίδιος το εκλαμβάνει, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την πάλη του με ό,τι συνιστά την καθημερινότητα του ποιητή. Από ’κεί και πέρα, αυτό που θα μείνει θ’ αποτελέσει ίσως και το κέντρο βάρους των επόμενων βημάτων του.

Γιώργος Αλισάνογλου, Το παντζάρι και ο διάβολος

Αθήνα, τυπωθήτω-λάλον ύδωρ 2008, 92 σελ.

Ο Γιώργος Αλισάνογλου επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της ποίησης που απαιτεί την προσεκτική ματιά του αναγνώστη αναφορικά με την αρχιτεκτονική των ποιημάτων του. Χειρίζεται αριστοτεχνικά τη γλώσσα για να φέρει στο προσκήνιο τις καταιγιστικές σκέψεις του ποιητή, οι οποίες δεν μπορεί παρά να εμφανίζονται λυτρωτικά για τον ίδιο και τουλάχιστον ζωντανά για τον αναγνώστη. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ετερόκλητα, φαινομενικά, στοιχεία για να συνθέσει μία συλλογή που χαρακτηρίζεται απ’ όλες εκείνες τις πειραματικές εξάρσεις που εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, ως κεντρικό διακύβευμα του μεταμοντερνισμού.

Αφηγηματικός κατά το μεγαλύτερο μέρος, ο Αλισάνογλου παλεύει με τις λέξεις και τις εικόνες όταν εκείνες αγωνίζονται να ισορροπήσουν μεταξύ απογοήτευσης και κρυφής ελπίδας, χαράς και έλλειψής της. Δεν κάνουμε αναφορά στη λύπη, αφού ο ποιητής επιδιώκει τον πλήρη εξοβελισμό της. Άλλωστε, τα ποιήματά του μοιάζουν αποφασισμένα να διεκδικήσουν ό,τι κάθε φορά τού λείπει, ό,τι κάθε φορά επιτάσσει η ανάγκη, έστω κι αν η ματαίωση των σχεδίων ελλοχεύει σε πολλά σημεία.

Οι τίτλοι/τραγούδια των ποιημάτων και η ανυποχώρητη εμμονή με το παιχνίδι των τυπογραφικών στοιχείων συνηγορούν στην άποψη πως για τον Αλισάνογλου, τουλάχιστον σ’ αυτή τη συλλογή, η ποίηση είναι ένα συνδυαστικό στοιχείο που μπορεί να αξιώνει απ’ τον αναγνώστη περισσότερες της μιας απολαύσεων. Εξάλλου, ο ποιητής δεν φείδεται συνεχούς συνομιλίας με τον παραλήπτη του έργου του, ο οποίος καλείται να παίξει εν πολλοίς τον ρόλο του Άλλου που ο Αλισάνογλου αναζητά εναγωνίως στη συλλογή του.

Μαίρη Αλεξοπούλου, Σαπφώ 301 [ο σκίουρος και η γριά]

Αθήνα, Γαβριηλίδης 2008, 64 σελ.

Ασπίδα ο έρωτας και η πρωτοκαθεδρία του θηλυκού φύλου στη δεύτερη συλλογή τής Μαίρης Αλεξοπούλου, όπου με ροκ διάθεση και επιθετική ποιητικότητα, με πίστη στην έμφυλη ποίηση, ο χρόνος και ο χώρος καταργούνται δίνοντας τη θέση τους σε δυνάμεις που πηγάζουν απ’ το μυθικό οπλοστάσιο της ποιήτριας.

Η απόγνωση, ενώ αρχικά διατηρείται στον μέγιστο βαθμό, κατά την εξέλιξη των ποιημάτων –που προφανώς συνέχονται απ’ την ίδια ατμόσφαιρα έτσι που να συνοψίζονται σ’ ένα και μόνο ποίημα– αντικαθίσταται απ’ την αντίσταση στην πλήξη και την παρακμή. Έχοντας ως έναν απ’ τους στόχους της να διακρίνει την ιλουστρασιόν γυναίκα ή κορίτσι από αυτό που η εσώτερη φύση επιτάσσει για το θηλυκό φύλο, η Αλεξοπούλου δεν διστάζει ν’ αντιπαρατεθεί με τον ίδιο της τον εαυτό, εν είδει αυτοσαρκασμού αλλά και σαν μια διέξοδο απ’ την περιρρέουσα θλίψη και ανία του σύγχρονου κόσμου.

Μ’ έναν σκίουρο ως αρχιηδονιστή και μια γριά που καθορίζει τις ζωές των άλλων, η ποιήτρια αφηγείται ιστορίες που προέρχονται απ’ τα φανταστικά χωριά Μίκα-Μίκα της Βόρειας Μιακίας, όπου ο έρωτας και η προσδοκία, η απώλεια και οι διέξοδοι μοιάζουν ν’ αποτελούν ένα σύμπαν που μπορεί μεν ν’ απορρέει απ’ το φαντασιακό και την, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, μνήμη της ποιήτριας, ωστόσο στοχεύει κατευθείαν στο αναγνωστικό παρόν που ξεκάθαρα λειτουργεί ως ανάχωμα σ’ έναν κόσμο που δεν μπορεί πια ν’ αφεθεί στα πρωταρχικά του ένστικτα.

Ελένη Νανοπούλου, Ολόγραμμα

Αθήνα, Δρόμων 2009, 62 σελ.

Στην πρώτη της συλλογή, η Ελένη Νανοπούλου επιδίδεται σ’ ένα διαρκές παιχνίδι με το παρόν και το καλά κρυμμένο παρελθόν για ν’ αποδείξει στην ίδια και στον αναγνώστη πως, όταν το μυθικό εμπλέκεται με την τρέχουσα πραγματικότητα, οι λέξεις έρχονται να υπερασπιστούν τις επιλογές που υιοθετεί ο άνθρωπος. Με έναν διάχυτο ερωτισμό που περιβάλλεται από ένα πανταχού παρόν Εσύ, η Νανοπούλου ανατρέχει στη μνήμη για να εξηγήσει το τρέχον. Κι όλα αυτά, έχοντας διαρκώς κατά νου πως το ποιητικό Εγώ δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του, αφού συνεχώς αναδημιουργείται από ένα Άλλο.

Με μια δομή που παλεύει ανάμεσα στην αυτονομία και την αναντίρρητη σύζευξη των ποιημάτων, η Νανοπούλου ταλαντεύεται μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, ίσως και μεταφυσικού, οδηγώντας μας σ’ έναν δρόμο παράδοξο όπου το τέλος του δεν έρχεται με τον έμμονο, θα ’λεγε κανείς, λυρισμό και την επίμονη καλλιέπεια, αλλά με μιαν εικονοποιία που προσπαθεί να επιβληθεί σαν προσευχή ή σαν ικεσία προς ένα Εσύ που άλλοτε παρουσιάζεται ως δυνάστης και άλλοτε ως απελευθερωτής απ’ τους δύσκολους καιρούς.

Αν πολλές φορές ο υπερβολικός τόνος που επικρατεί σε σημεία στη συλλογή δημιουργεί μιαν αντιληπτική σύγχυση, είναι γιατί η ποιήτρια επέλεξε ένα ποιητικό ιδίωμα που θέλει να χαρακτηριστεί από μιαν ορμή. Το αποτέλεσμα αυτής της ορμής μένει να φανεί πώς θα διατηρηθεί. Και βέβαια, μένει να φανεί πώς η ποιήτρια θα συναγωνιστεί με το ίδιο της το έργο στο μέλλον.

[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εντευκτήριο», τ. 87, Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2009.]

Απογυμνωμένη ανθρωπολογία

Σκέψεις για το πρόσφατο έργο δύο σημαντικών ποιητών

Το αναφαίρετο δικαίωμα στην αμαρτία

Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, εκδ. Κέδρος 2009,

σελ. 83, τιμή: 9 ευρώ

Tι θα ’μενε, αναρωτιέμαι, αν μας στερούσαν αυτό το περίφημο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν· αν απογυμνωνόταν ο άνθρωπος απ’ οποιαδήποτε υπόνοια ένθεου στοιχείου, προσδοκίας μιας «άλλης» ζωής, σ’ έναν άλλον κόσμο· αν έμενε μόνος, μ’ ένα περιφερόμενο σώμα – όχι ένα κορμί ξοδεμένο, αλλά ένα σώμα που χαρίζεται εις εαυτόν και αλλήλους. Θα ’μεναν στα σίγουρα τα τελευταία ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη· κι ίσως –απολύτως προσωπική η επιλογή– περισσότερο το ποίημα ο «Λάζαρος μετά το θαύμα», που αναστήθηκε, όπως κι ο άλλος, αλλά στα χέρια τού ποιητή ονειρεύεται τον δεύτερό του θάνατο. Προσοχή: δεν τον προσδοκά· συμβιβάζεται μαζί του επανεκτιμώντας τη ζωή· εμμένοντας στο μεγαλείο της.

Σαν συμφιλίωση με τον θάνατο διαβάζω τα ποιήματα του Βαρβέρη στον Άνθρωπο μόνο. Τον θάνατο ως ρούχο που ο άνθρωπος αναγκαστικά κάποτε θα ενδυθεί – μόνος κι έρημος ήδη στην τρέχουσα ζωή. Σ’ αυτή τη συλλογή, ο άνθρωπος λαμβάνει μορφές απ’ τη Βίβλο· είτε αυτές είναι αγιακές είτε απάνθρωπες. Εμμονικά σχεδόν, ο ποιητής διατρέχει αυτά τα πρόσωπα για να καταλήξει και πάλι στο σώμα – απαλλαγμένο απ’ οποιαδήποτε συνάφεια με το υπερφυσικό. Τονίζοντας, αντίθετα, το αναφαίρετο δικαίωμα στην προσωπική αμαρτία. Άλλωστε, ποιος μπορεί ν’ αγνοήσει την απροσμέτρητη ομορφιά της παραμονής του ανθρώπου στο απόλυτο παρόν, στην αδήριτη εγκατάσταση ανάμεσα σ’ ανθρώπους; Στην επαφή, στο κάτω κάτω, με τον ίδιο του τον εαυτό;

Ο Γιάννης Βαρβέρης θεολογεί, για πρώτη ίσως φορά, αποθεολογώντας και, πρωτίστως, αποθεοποιώντας, αφού πρώτα αντιτίθεται σε ορισμούς και κανόνες όποιας επίσημης Εκκλησίας. Όσο δογματικά θα μπορούσαν τούτα ν’ ακούγονται άλλο τόσο ο απροστάτευτος, απ’ οποιονδήποτε θεό, άνθρωπος μένει να στοχάζεται μόνο το σωματικό παρελθόν του, δίχως καμιάν έγνοια για τα πάθη που πιθανόν του επιφυλάσσουν ένα μέλλον φυλακισμένο στα καζάνια της κόλασης. Ακόμη κι όταν ο Ιησούς δέχεται τον λόγο απ’ τον ποιητή ή μεταφέρεται η φωνή του μέσω του τελευταίου, είναι και πάλι απελευθερωμένος απ’ τα υπερβατικά του διαπιστευτήρια, προκειμένου ν’ αντιμετωπιστεί ως ίσος προς ίσον, αφού, όπως διακρίνεται, ο πόνος μπορεί να ιδωθεί μόνον ως ίδιον του κατόχου της ανθρώπινης ιδιότητας.

Κι όλ’ αυτά μ’ έναν ιδιότυπο, βεβαίως γνώριμο, σαρκαστικό τόνο. Αυτός ο σαρκασμός του Βαρβέρη προϋποθέτει όμως όλη την κρισιμότητα της στοχαστικής αντιμετώπισης του κόσμου ως μεταβατικού σταδίου απ’ τη ζωή στον θάνατο· με μια προϋπόθεση κι εδώ: την ανυποχώρητη παραμονή στη ζωή, με τον θάνατο να χάσκει, μόνος κι αυτός.

* * *

Καταφάσκοντας στο καθημερινό

Γιάννης Κοντός, Ηλεκτρισμένη πόλη, εκδ. Κέδρος 2008,

σελ. 74, τιμή: 12,50 ευρώ

Όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι ο άνθρωπος· στη μοναξιά του να σχοινοβατεί ανάμεσα στα καθημερινά πράγματα, στην (απέλπιδα;) πάλη του να βρει την εξήγηση της παρουσίας στο εκάστοτε «εδώ», στην προσπάθεια να εντοπίσει το μικρό, τη λεπτομέρεια, προκειμένου να επανακαθορίσει την ολότητά του. Ο Γιάννης Κοντός έχει θέσει την ποίησή του στη διάθεση όλων αυτών· έχει βρει εκείνον τον φακό που όχι μόνο μεγεθύνει, αλλά, συνάμα, απλοποιεί ό,τι τάχα μοιάζει περίπλοκο στη ζωή του ανθρώπου. Μ’ έναν πρωταρχικό σκοπό, εικάζω: να οικειοποιηθεί τον φόβο από (και σε) ανθρώπους κι αντικείμενα, αποσκοπώντας σε μιαν ατέρμονα καταπάτησή του.

Αυτό που χρειάζεται, όπως μοιάζει απ’ τα ποιήματα της Ηλεκτρισμένης πόλης, είναι το αγνό, στα όρια του παιδικού, βλέμμα πάνω σ’ ό,τι συναπαρτίζει την ύπαρξη του ανθρώπου, είτε πρόκειται περί έμβιων είτε περί άβιων όντων. Ποιητής της φυλάκισης του καθημερινού ως αδιαμφισβήτητου καθ’ ολοκληρίαν ισχύοντος, ο Κοντός τριγυρίζει σ’ έναν τόπο που είναι φορτισμένος, μπορεί και κατάφορτος, από την αναζήτηση του απλού, του αδύναμου, του συμβάντος που απομένει στον άνθρωπο ως όλο του το βιος. Δίχως καμιά χρήση περίπλοκης λεκτικής καλολογίας, ο ποιητής διεξέρχεται κινηματογραφικά μια ζωή, θαρρείς περιορίζοντάς τη σε μιαν ημέρα: το πρωί, για την καθαρότητα του στοχασμού· το μεσημέρι, για τον χορτασμό του νου· το βράδυ, για την απαντοχή τού καλά κρυμμένου στο σκοτάδι.

Η αποκάλυψη του «συνηθισμένου» θαύματος στην ποίηση του Κοντού είναι χαρακτηριστική. Το αναπάντεχο ξεσκέπασμα της αλήθειας, στο γενικό και το ειδικό, αυτής της ζωής, μέσω της πλήρους απουσίας ωραιοποιήσεων, έχει έναν, τουλάχιστον, στόχο, και μάλιστα χαμένο μέσα σε μιαν ανεξήγητα περίπλοκη «διαδικασία» ζωής: την επιστροφή και την παραμονή μας στο αυτονόητο, σ’ αυτό που υπάρχει γύρω μας, που είναι αφ’ εαυτού όμορφο, αλλά αδυνατούμε να εντοπίσουμε – ή, τελικά, αποφεύγουμε, με δικαιολογίες στηριγμένες στην υποτιθέμενη έλλειψη χρόνου.

Ο Γιάννης Κοντός ακριβώς αυτές τις προφάσεις θέλει να διαγράψει διά παντός. Μοιάζει, με τον απλούστερο (όχι προφανώς απλοϊκό) τρόπο, να επαναφέρει τη μεγέθυνση του αδιόρατου ως μια πρόταση επανατοποθέτησης του ανθρώπου στον κόσμο που ο ίδιος έχει δημιουργήσει, και που ο κόσμος μοιάζει να τον ξεπερνά – ή να τον προσπερνά. Ο ποιητής, στην πλήρη του δημιουργική ωρίμανση, σαρκάζει τις δικαιολογίες: «Λες και δεν ξέρω πού είμαι και συνεχίζω αυτό / το σκουριασμένο ποίημα, ενώ το σπίτι μου / έχει παραδοθεί ήδη στις φλόγες»· και με την ποιητική του τρυφερότητα αγκαλιάζει ξανά τη ζωή, προτρέποντάς μας σ’ αυτήν.

[Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 29/12/2009.]